Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Σχολικά θεατρικά ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ                                     


                      ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ  ΜΕ  ΤΑ  ΣΠΙΡΤΑ
                                                    
  
     Διασκευή του γνωστού παραμυθιού του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
 « Το κοριτσάκι με τα σπίρτα »

Παίζουν:   ΑΦΗΓΗΤΗΣ, ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ, ΜΑΜΑ, ΔΗΜΟΣ, ΠΑΝΤΕΛΗΣ, ΔΑΣΚΑΛΟΣ, ΜΕΝΕΛΑΟΣ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΚΩΝ/ΝΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΣ, ΣΩΤΗΡΗΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ
Σκηνικά-υλικά:  Χριστ. δέντρο, ξυλόσομπα, κερί, τραπεζάκι τραπεζομάντηλο με πιάτα, μεγάλα σπίρτα ή στικ πυροτέχνημα τούρτας γενεθλίων, καπέλο- ομπρέλα (δασκάλου), σακούλες για ψώνια και χάρτινες συσκευασίες δώρων, κιθάρα, μπαλόνια
Χρονολογική τοποθέτηση:   εποχής ή σύγχρονο
Μουσική επένδυση:   ηχητικά εφέ (άνεμος, όνειρο, θόρυβος πόλης), θλιμμένη μουσική προτείνεται: (www.youtube.com/watch?v=hlsbTcPxZPc )
*Η μουσική είναι πολύ σημαντική για το συγκεκριμένο θεατρικό.
Θεατρική διασκευή:  Λεωνίδας Κωστής (εκπ/κός)


                            ΜΟΥΣΙΚΗ(άνεμος)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:    Έκανε κρύο, πολύ κρύο! Το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα. Το φως της ημέρας άρχισε σιγά σιγά να χάνεται κι αυτό. Σε λίγες ώρες θα άλλαζε ο χρόνος. Μέσα σε αυτόν τον  χιονιά, την παγερή εκείνη νύχτα, ένα φτωχό κοριτσάκι περπατούσε στο δρόμο μόνη. Δεν φορούσε όμορφα και ζεστά ρούχα όπως τα άλλα παιδιά. Ούτε σκούφο, ούτε  γάν
τια.  Στο χέρι του κρατούσε ένα κουτί με σπίρτα. Μα εκείνη την ημέρα, παραμονή πρωτοχρονιάς, ποιος είχε το νου του να αγοράσει σπίρτα;
                                             ανοίγει η αυλαία
                        ΜΟΥΣΙΚΗ (θόρυβος πόλης)                                                          
(Κόσμος πάει κι έρχεται. Μια παρέα παιδιών τρέχοντας την παρασύρουν, πέφτει κάτω και στην αναμπουμπούλα χάνει τις παντόφλες της)
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: (αναστατωμένη ψάχνει) Οι παντόφλες μου… οι παντόφλες μου! Πού είναι οι παντόφλες μου; (δεν τις βρίσκει ποτέ)
                       ΜΟΥΣΙΚΗ (δραματική μουσική)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Το κορίτσι έχασε τις παντόφλες της. Οι ίδιες παλιές παντόφλες που τις φορούσε κάποτε η μακαρίτισσα η μητέρα της. Δεν την είχε γνωρίσει ποτέ. Βάδιζε ξυπόλυτη. Τα πόδια της ήταν από το κρύο παγωμένα, μελανιασμένα. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, άλλοι βιαστικοί λόγω του ψύχους και άλλοι αργά χαζεύοντας τις στολισμένες βιτρίνες των καταστημάτων ενώ, κάποιοι άλλοι, πραγματοποιούσαν τα τελευταία τους ψώνια για να ετοιμάσουν το γιορτινό τραπέζι και να υποδεχτούν με χαρά τον καινούριο χρόνο.
                      ΜΟΥΣΙΚΗ (θόρυβος πόλης)
ΜΑΜΑ:  (Κρατά πολλές τσάντες στα χέρια). Δήμο, Δήμο! Πού πήγε το ευλογημένο; Δήμο!
ΔΗΜΟΣ:  Εδώ είμαι μαμά!                                                      
ΜΑΜΑ:  Σου είπα να μην απομακρύνεσαι; Με τόσο κόσμο τριγύρω θα σε χάσω… Έλα να τελειώνουμε. Έχω κουραστεί να τρέχω από μαγαζί σε μαγαζί.
ΔΗΜΟΣ:   Αν δεν μου πάρεις το τρενάκι να ξέρεις εγώ δεν φεύγω. Μου το υποσχέθηκες εσύ αλλά και ο μπαμπάς!                                                     
ΜΑΜΑ: Γιατί μουτρώνεις; Πριν λίγο καιρό δεν σου πήραμε τα μαλυβένια στρατιωτάκια; Θα σταματήσεις επιτέλους συνέχεια να ζητάς; Θέλω τούτο, θέλω το΄άλλο…
ΔΗΜΟΣ:   Λες ψέματα. Ο παππούς μου αγόρασε τα στρατιωτάκια! Θέλω το τρενάκι…                                                     
ΜΑΜΑ:  Έλα έλα… άσε τη γκρίνια και προχώρα. Θα σου το πάρω. Θεέ μου! ποτέ δεν ευχαριστιέται αυτό το παιδί.                                                    
ΠΑΝΤΕΛΗΣ:  Άσπρα κόκκινα μπαλόνια, για παιχνίδι και στα χιόνια, όμορφα γερά μπαλόνια, θα τα έχετε για χρόνια… Δώρο πάρτε τα στους άλλους, σε μικρούς και σε μεγάλους. Μπαλόνια…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Φορά καπέλο και κρατά ομπρέλα στα χέρια) Καλησπέρα Μενέλαε! Χρόνια πολλά! Σε βλέπω λιγάκι βιαστικό;                                                     
ΜΕΝΕΛΑΟΣ:  Χρόνια πολλά δάσκαλε. Έψαξα σε τόσα κρεοπωλεία και ακόμα δεν μπόρεσα να βρω γαλοπούλα. Στο τέλος ούτε κότα δεν θα βρω! Η αλήθεια είναι ότι αμέλησα… Έπρεπε να την είχα πάρει από χθες. Ποιος ακούει τώρα τη γυναίκα μου!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ:  Κοίταξε και στον Ευάγγελο τον χασάπη. Αυτός ποτέ δεν ξεμένει. Και να μην έχει στο μαγαζί θα σου βρει αυτός. Προσοχή μη σε γελάσει στο ζύγι! Τους χαιρετισμούς μου στην σύζυγο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ευχαρίστως δάσκαλε. Τρέχω… τρέχω τώρα μήπως και προλάβω. Καλή Πρωτοχρονιά!
                     ΜΟΥΣΙΚΗ (Άγια νύχτα)
ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ: (παίζει κιθάρα) Τη μέρα της Πρωτοχρονιάς, χίλιες ευχές χαρίζω, κι ο χρόνος τούτος να σας βρει, χαρούμενους ελπίζ!. Ο νέος Χρόνος εύχομαι, πολλές χαρές να δώσει, κι αν ήταν λίγες του παλιού, να μας τις συμπληρώσει!          
                     ΜΟΥΣΙΚΗ (θόρυβος πόλης)                                                        
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ:  Τι κρύο και τούτο. Παγώσανε τα χέρια μου!
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: (κρατά δώρα στα χέρια) Και να σκεφτείς το βράδυ θα πέσει ακόμη περισσότερο η θερμοκρασία! Έτσι είπε ο  κουμπάρος μου ο Κωσταντής  που δεν πέφτει ποτέ έξω στις προβλέψεις του για τον καιρό.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ:  Περισσότερο;                                                 
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: θα είναι από τις πιο κρύες Πρωτοχρονιές των τελευταίων ετών.                                                                                                       
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ:  Εδώ και τρεις μέρες το τζάκι στο σπίτι δεν σταμάτησε στιγμή να καίει, πρωί βράδυ! Βάζω ξύλα, ξαναβάζω και το αναθεματισμένο το σπίτι δεν λέει να ζεσταθεί με τίποτα.                                                    
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Κι εγώ με την ξυλόσομπα τα ίδια… Με μέτρο τα ξύλα Ευάγγελε. Ο χειμώνας μόλις τώρα ξεκίνησε! 
                                                                                                             
ΝΙΚΟΛΑΣ:  Πήγαινε πιο πέρα κοριτσάκι μου. Δε βλέπεις εμποδίζεις τους πελάτες μου. Πήγαινε αλλού να πουλήσεις! Αυτές τις μέρες περιμένουμε να κάνουμε κι εμείς λίγο τζίρο…  Μία ο ένας με τα ζαχαρωτά, μία ο άλλος με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, μία αυτή με τα σπίρτα… Είναι να μη θυμώνω; (Γυρνώντας σηκώνει αγανακτισμένα τα χέρια). Κι αυτή μπρος την είσοδο!
ΣΩΤΗΡΗΣ: Τι είπες ότι σου πήρανε; (και οι τρεις τους κρατούν κουλουράκια στα χέρια)
ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Ένα κόκκινο ποδήλατο. Έχει μπρος και πίσω μεγάλα φανάρια. Έχει και δυο καθρέφτες στο τιμόνι. Α! και καλαθάκι. Το βάλανε στην αποθήκη για να μου κάνουν έκπληξη. Εγώ όμως μπήκα κρυφά και το είδα! Μάλλον σήμερα το βράδυ θα μου το δώσουνε… Πώς το περιμένω!
ΓΙΑΝΝΗΣ:  Εμένα ένα ξύλινο πατίνι. Πατίνι τους ζήτησα. Ποδήλατο έχω αλλά το βαρέθηκα. Μου το είχε πάρει πέρυσι ο παππούς μου δώρο στη γιορτή μου. Σαν τι άλλο να ζητούσα; Στον αδερφό μου του πήρανε ένα ξύλινο καράβι με λευκά πανιά. Έχει και κανόνια για τους πειρατές…
 ΣΩΤΗΡΗΣ:  Και ποδήλατο έχω και πατίνι. Τους ζήτησα έναν σκυλάκι. Ένα άσπρο μαλλιαρό σαν του Αλέξανδρου... Τελικά μου πήρανε ρούχα! Καινούριο παλτό και πουκάμισο. Α! και δυο βιβλία. Ούτε που τα άνοιξα. Το ένα νομίζω λέγεται «ο γύρος του κόσμου σε 50 μέρες»…
ΓΙΑΝΝΗΣ:  Σε 60 μέρες βρε χαζέ!                                                     
ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ:  Α! είστε και οι δυο πέρα βρέχει! Σε 90 μέρες. «Ο γύρος του κόσμου σε 90 ημέρες» είναι ο τίτλος.                                                     
ΣΩΤΗΡΗΣ:  Ας είναι και 100 μέρες! Τα βιβλία να τα διαβάσουν μόνοι τους! Άκου βιβλία! Δε μου φτάνανε αυτά του σχολείου! (συμφωνούν όλοι τους κουνώντας το κεφάλι)                                                            
 (Σιγά σιγά βγαίνουν όλοι από τη σκηνή. Μένει μόνη της)                                                                                        
                             ΜΟΥΣΙΚΗ (δραματική μουσική)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Νύχτωσε για τα καλά και δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί σπίρτα! Πεινασμένη, να τρέμει από το κρύο, συνέχισε να περιπλανιέται στους δρόμους απελπισμένη, ενώ οι άσπρες νιφάδες του χιονιού συνέχισαν να μπλέκονται στα μαύρα μαλλιά της. Κανένας δεν της έδινε σημασία. Οι αυλές και τα παράθυρα ήταν φωταγωγημένα και από όλα σχεδόν τα σπίτια βγαίναν γλυκές μυρωδιές από λαχταριστές λιχουδιές. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς.
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: Βασιλόπιτα! (Πήρε μια βαθιά ανάσα).                                                           
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:  Βρήκε μία γωνιά απάνεμο ανάμεσα σε δύο σπίτια. Εκεί πήγε και κάθισε, κουρασμένη. Κουλουριάστηκε στην άκρη. Έτριψε τα χέρια, τα πόδια, το κορμί της να ζεσταθεί. Μάταια…  Έτρεμε από το κρύο και το σκοτάδι τη φόβιζε.
                             ΜΟΥΣΙΚΗ (άνεμος)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:  Όσο περνούσε η ώρα πάγωνε ακόμα περισσότερο και δεν τολμούσε να γυρίσει σπίτι της. Δεν είχε πουλήσει ούτε ένα σπίρτο, ούτε ένα και ο πατριός της χωρίς άλλο θα την έδερνε. Και στο κάτω-κάτω και στο φτωχόσπιτό τους το κρύο δεν ήταν λιγότερο. Δεν είχαν θέρμανση και η σκεπή ήταν χαλασμένη. Η βροχή και ο παγωμένος αέρας έμπαινε τσουχτερός από τις χαραμάδες κι ας τις είχαν καλύψει με χαρτόνια και σανίδια. Τα χέρια της είχαν παγώσει από το κρύο. 
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: Αν άναβα ένα σπίρτο… Ένα μονάχα! Ο πατέρας δε θα δει που λείπει. Με τη φλόγα του θα ζέστανα τα δάχτυλά μου.                                                   
(Διστάζει…Τελικά βγάζει ένα σπίρτο και το ανάβει. Ενθουσιάζεται!) Τι όμορφη φλόγα και πόσο ζεστή… Πόσο παράξενη είναι!                  
                        ΜΟΥΣΙΚΗ  (όνειρο)                                                      
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:  Φαντάστηκε πως καθόταν εμπρός στο τζάκι! Η φωτιά έκαιγε τόσο όμορφα και η ζέστη που σκόρπιζε ήταν τόσο δυνατή! Άπλωσε το χέρι της να το ζεστάνει όταν ξαφνικά… η φλόγα έσβησε μονομιάς.  Η φωτιά έγινε άφαντη και το κορίτσι έμεινε εκεί κρατώντας το καμένο ξυλαράκι του σπίρτου!  Άναψε και δεύτερο σπίρτο…
                       ΜΟΥΣΙΚΗ  (εφέ όνειρο)
 και η φλόγα έπεσε σε ένα μέρος του τοίχου κι ο τοίχος άρχισε να χάνεται και φάνηκε η τραπεζαρία που ήταν από πίσω. Το τραπέζι ήταν στρωμένο, το τραπεζομάντιλο καθαρό, κατάλευκο. Τα πιάτα ήταν μεγάλα από πορσελάνη. Τα μαχαιροπίρουνα αστράφτανε.  Στη μέση μοσκοβολούσε η ψημένη γαλοπούλα! Ξαφνικά  η γαλοπούλα τινάχτηκε από την πιατέλα, πήδηξε στο πάτωμα και με ένα σάλτο έφθασε εμπρός στο κορίτσι και ύστερα… χάθηκε. Η φλόγα έσβησε και έμεινε μονάχα ο κρύος τοίχος.  Το κορίτσι άναψε και τρίτο…
                           ΜΟΥΣΙΚΗ (εφέ όνειρο)
και τότε βρέθηκε μπρος σε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, πολύ μεγαλύτερο και πιο όμορφο, από εκείνο που είδε το πρωί από το παράθυρο σε ένα πλούσιο σπίτι. Χίλια κόκκινα κεράκια έφεγγαν πάνω στα πράσινα κλαδιά. Από παντού κρέμονταν μεγάλα πολύχρωμα ζαχαρωτά, χρυσές μπαλίτσες, παιχνίδια, χριστουγεννιάτικα στολίδια και δώρα. Το κοριτσάκι άπλωσε τα χέρια του να πιάσει ένα μα το σπίρτο έσβησε ξαφνικά. Οι χίλιες χριστουγεννιάτικες φλόγες ανέβηκαν ψηλά, πολύ ψηλά, ώσπου έφτασαν στον ουρανό και έγιναν άστρα. Ένα από αυτά γλίστρησε και έπεσε ξανά στη γη αφήνοντας μία φωτεινή μακριά ουρά πίσω του.
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: Κάποιος πέθανε!
                                                   
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Η γιαγιά της, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που την αγαπούσε αληθινά, την χάιδευε και την πρόσεχε, μα είχε πεθάνει κι εκείνη, της είχε πει: «Όταν ένα αστέρι πέφτει, ανεβαίνει μία ψυχή στον ουρανό! »
Άναψε ακόμη ένα σπίρτο...
                      ΜΟΥΣΙΚΗ  (εφέ όνειρο)
Μία λάμψη  σκορπίστηκε ολόγυρα. Μπρος της στεκόταν η γιαγιά! Η καλή της γιαγιά. Το φόρεμά της έλαμπε. Και στην καρδιά είχε ένα χρυσό αστέρι.  Κρατούσε ένα λευκό κεράκι που φώτιζε το πρόσωπό της και το έκανε ακόμη πιο φωτεινό και γλυκό. Γεμάτο αγάπη.
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: Γιαγιά! Πάρε με μαζί σου, γιαγιά! Ξέρω πως θα γίνεις άφαντη όταν καεί το σπίρτο, όπως χάθηκε η ζεστή φωτιά, η ψητή γαλοπούλα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα χίλια κεράκια. Μείνε, μείνε, σε παρακαλώ ή… πάρε με μαζί σου!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Το κορίτσι βιαστικά άναψε ακόμη ένα σπίρτο και ύστερα κι άλλο κι όλο το κουτί για να κρατήσει πιο πολύ τη γιαγιά και το φως ήταν τόσο ζωηρό που έγινε μέρα. Η γιαγιά δεν ήταν πια χλωμή και ταλαιπωρημένη, όπως όταν πέθανε. Είχε μεταμορφωθεί ολότελα. Ήταν όμορφη και χαμογελαστή…
                          ΜΟΥΣΙΚΗ  (δραματική μουσική)

(Το κοριτσάκι απλώνει τα χέρια προς τη γιαγιά. Το ίδιο κάνει και η γιαγιά. Πλησιάζει η μία την άλλη. Τα χέρια συναντιούνται. Η γιαγιά την οδηγεί έξω από την σκηνή)
                                             (κλείνει η αυλαία)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Πήρε το κορίτσι στην αγκαλιά της και πέταξαν οι δυο τους ψηλά. Εκεί που είναι  το φως και η χαρά. Πέταξαν πολύ ψηλά εκεί που δεν κάνει ποτέ κρύο, ούτε υπάρχει πείνα, ούτε πόνος και λύπη…
                                             (ανοίγει η αυλαία)                                                 
(το κορίτσι είναι ξαπλωμένο στο πάτωμα. Στο χέρι της κρατά το τελευταίο σπίρτο. Γύρω της έχουν μαζευτεί περαστικοί. Κάποιοι κοντοστέκονται λίγο και φεύγουν)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Το πρωί οι περαστικοί βρήκαν στη γωνιά του δρόμου το άψυχο κορμί του κοριτσιού. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα και έμοιαζε να χαμογελά... Στα παγωμένα της δάχτυλα κρατούσε, το τελευταίο  καμένο σπίρτο! Κάποιοι λυπήθηκαν γιατί είχαν δει και χθες το κοριτσάκι να τριγυρνά μόνη στο δρόμο πουλώντας σπίρτα. Σκέφτηκαν πως… αν είχαν αγοράσει σπίρτα… το κοριτσάκι ίσως… Τώρα είναι αργά! Κάποιοι άλλοι απλά κούνησαν το κεφάλι και συνέχισαν το δρόμο τους. Κανείς τους όμως δεν ήξερε πόσα ωραία πράγματα είχε δει το κορίτσι την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Δεν ήξεραν ότι τώρα ήταν ασφαλή στην ζεστή γεμάτη αγάπη αγκαλιά της γιαγιάς της. Δεν ήξεραν πόσο χαρούμενη κι ευτυχισμένη ήταν πια…  Δεν ήξεραν!


                                                      ΤΕΛΟΣ

Σχολικά θεατρικά ΚΟΚΚΙΝΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ  ΘΕΑΤΡΙΚΟ

                  ΚΟΚΚΙΝΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ


Παίζουν: ΧΡΗΣΤΟΣ, ΠΕΤΡΟΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ, ΝΙΚΟΣ, ΦΑΝΗΣ, ΖΟΡΑΝ, ΑΝΤΡΑΣ, ΜΑΡΙΝΑ, ΔΩΡΑ, ΝΕΦΕΛΗ, ΜΑΜΑ, ΓΡΙΟΥΛΑ
Σκηνικά: α) Μέσα στο σπίτι: ( χριστουγεννιάτικο δέντρο, τραπεζάκι με τρεις καρέκλες, ανθοδοχείο) β) στη γειτονιά
Κουστούμια - εξοπλισμός: (σκούφοι, κασκόλ, ποδιά και ξεσκονόπανο (για τη μαμά), τρίγωνα, ένας κουμπαράς.
Μουσική επένδυση: Χριστουγεννιάτικη μουσική, γαβγίσματα, κουδούνι πόρτας
Εποχής: Σύγχρονο
Συγγραφέας: Λεωνίδας Κωστής (εκπ/κός)



                                               σκηνή 1 (στο σπίτι)
( Βρίσκονται μέσα στο σπίτι. Τα παιδιά κάθονται και άλλα περιεργάζονται το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η μαμά κρατά ένα πανάκι και καθαρίζει το τραπέζι)
ΧΡΗΣΤΟΣ (κοιτάζει το ρολόι του) Ας μου έλεγε κάποιος πώς τα καταφέρνει πάντα ο Νίκος κι αργεί!
ΠΕΤΡΟΣ Λέτε να μην τον ξύπνησαν οι γονείς του;
ΒΑΣΙΛΗΣ Εγώ λέω να φύγουμε. Αρκετά τον περιμέναμε.
ΜΑΜΑ Καλά μην κάνετε έτσι. Πριν λίγο ξημέρωσε. Έχετε ώρες μπροστά σας.
ΑΓΓΕΛΟΣ Είναι να προλάβουμε κυρία Βάσω να τα πούμε πρώτοι. Οι πρώτοι παίρνουν τα χοντρά και οι τελευταίοι ότι ψιλό απομείνει!

(Χτυπά το κουδούνι της πόρτας.)
ΝΕΦΕΛΗ Αυτός θα είναι. (Τρέχει και ανοίγει)
ΝΙΚΟΣ (Μπαίνει βιαστικός και λαχανιασμένος) Καλημέρα παιδιά! Καλημέρα κυρία Βάσω!                                                                    
ΒΑΣΙΛΗΣ (Άγρια) Μήπως θυμάσαι τι ώρα είχαμε πει να συναντηθούμε;
ΝΙΚΟΣ Καλά, καλά μη γκρινιάζεις κι εσύ. Όχου! Είχα τη μάνα μου πρωί πρωί... Και πρόσεξε τα αυτοκίνητα και ντύσου καλά και να μη χτυπάτε σε άγνωστους και να μη μπαίνετε μέσα στα σπίτια... Ουφ... Δεν την αντέχω άλλο.
ΑΓΓΕΛΟΣ Κι εμένα τα ίδια μου έλεγε!
ΦΑΝΗΣ Κι εμένα!
ΠΕΤΡΟΣ Τελικά όλες ίδιες είναι οι μανάδες! ( Η κ. Βάσω κουνά το κεφάλι.) Είμαστε έτοιμοι;
ΟΛΟΙ Έτοιμοι!
ΠΕΤΡΟΣ Ξεκινάμε.
ΜΑΜΑ Εεε! Πού πάτε; Τα τρίγωνά σας! Προσοχή στον δρόμο... να μη χτυπάτε σε αγνώστους και να μη μπαίνετε μέσα σε σπίτια... Πέτρο, από το χέρι τη Νεφέλη... Στο καλό παιδιά!
ΠΕΤΡΟΣ Τι σας έλεγα!

                                           Σκηνή 2 (στον δρόμο)
(Προχωρούν στο δρόμο. Σταματούν σε ένα σπίτι.)
ΟΛΟΙ Να τα πούμε;
(Εμφανίζεται στην πόρτα μια γριούλα).
ΧΡΗΣΤΟΣ Γιαγιούλα να τα πούμε;
ΓΡΙΟΥΛΑ Και το ρωτάτε καλά μου!
(Λένε τα κάλαντα )
ΓΡΙΟΥΛΑ Να με συμπαθάτε δεν έχω χρήματα να σας δώσω. Πάρτε όμως μελομένες καραμελίτσες. (Τους μοιράζει καραμέλες) Έτσι να είναι και η ζωή σας, γλυκιά, σαν το μέλι της μέλισσας. Χαρούμενη κι ανέμελη σαν τα πουλάκια που γεννιούνται την άνοιξη. Όμορφη, γεμάτη χρώματα, σαν τα φθινοπωρινά χρυσάνθεμα. Να είστε αγέραστοι και δυνατοί σαν τις ψηλές βουνοκορφές που δεν φοβούνται χιόνι. Χρόνια πολλά παιδιά μου! Εύχομαι όλες οι επιθυμίες σας να πραγματοποιηθούν.
ΦΑΝΗΣ Ωραία αρχή κάναμε... (Κοιτάζει τον κουμπαρά) Με γλυκόλογα κι ευχές δε γεμίζει ο κουμπαράς!
                                                                    
(Πάνε σε άλλο σπίτι.)
ΟΛΟΙ Να τα πούμε; (Λένε τα υπόλοιπα κάλαντα)
ΦΩΝΗ Και του χρόνου παιδιά!
ΧΡΗΣΤΟΣ (κουνάει τον κουμπαρά) Καλά τι τσιγκουνιά τους έχει πιάσει όλους φέτος!
ΦΑΝΗΣ Έχουμε πάει σε πάνω από είκοσι σπίτια και θα ΄ναι δεν θα ΄ναι 30 ευρώ!

(Πιο πέρα συζητά η Δώρα με τον Άγγελο)
ΑΓΓΕΛΟΣ Έτσι που πάμε ούτε τυρόπιτα δεν θα μπορέσουμε να πάρουμε.
ΔΩΡΑ Ο πατέλας μου λέει ότι πελνάμε κλίση. Μεγάλη κλίση.
ΑΓΓΕΛΟΣ Και τι θα πει κρίση;
ΔΩΡΑ Ακλιβώς δεν ξέλω, άκουσα όμως να λέει ο μπαμπάς στη μαμά ότι παλιά τον μισθό του τον μοιλάζονταν στα δύο με τη μαμά μου. Τώρα λέει τον μοιλάζεται στα τλία. Ο μπαμπάς η μαμά και η εφολία.
ΑΓΓΕΛΟΣ Εφορία την λένε; Περίεργο όνομα. Θεία σου είναι;
ΔΩΡΑ Δεν την έχω δει ποτέ. Δεν ξέλω! Πρέπει να είναι πολύ χοντλή, γιατί άκουσα τον πατέλα μου να λέει ότι είναι αχόλταγη και θα μας φάει και το σπίτι αν δεν κάνουμε, πώς το είπε... (σκέφτεται) λύθμιση χλεών.
ΑΓΓΕΛΟΣ Ρε χαζή το σπίτι τρώγεται; Δεν τρώγεται! Θα σπάσει τα δόντια της! (Γελάει)
ΔΩΡΑ Αν τη βλω πουθενά, έτσι... θα την ξεμαλλιάσω!

ΦΑΝΗΣ Εσείς τα μικρά τι λέτε εκεί πίσω και καθυστερείτε;
ΠΕΤΡΟΣ Ξέρω ένα μεγάλο σπίτι με πισίνα. Είναι λίγο μακριά μα αξίζει τον κόπο. Πρέπει να μένει κάποιος πλούσιος. Πάμε να χτυπήσουμε κι εκεί.
ΝΕΦΕΛΗ Η μαμά είπε να μην ξεμακρύνουμε...
ΠΕΤΡΟΣ Το ξέρω.
ΝΕΦΕΛΗ Μόνο γύρω από τη γειτονιά μας...
ΠΕΤΡΟΣ Το ξέρω. Θα τα πούμε και θα επιστρέψουμε.
ΝΕΦΕΛΗ Η μαμά...                                                                   
ΠΕΤΡΟΣ Θα σταματήσεις καμιά φορά; Ελάτε πάμε.
(Βγαίνουν όλοι από την σκηνή).

                                          Σκηνή 3 (στο σπίτι)
(Τα παιδιά βρίσκονται ξανά στον δρόμο)
ΠΕΤΡΟΣ (Δείχνει ένα σπίτι) Αυτό σας έλεγα.
ΧΡΗΣΤΟΣ Επιτέλους! Κάποιοι πρέπει να είναι μέσα. Βγαίνει καπνός από την καμινάδα.
ΒΑΣΙΛΗΣ Μοιάζει να μένουν ξωτικά εδώ παρά άνθρωποι.
ΝΕΦΕΛΗ Εγώ δεν μπαίνω!
ΔΩΡΑ Ούτε εγώ. Τα φοβάμαι τα ξωτικά! Έχουν απαίσιο πρόσωπο, με τέτοια... μάτια που λάμπουν στο σκοτάδι και τεράστια μυτερά αυτιά...
ΠΕΤΡΟΣ Και ορμάνε σε κάτι χαζά κοριτσάκια σαν εσάς και αφού πρώτα τα ζαχαρώσουν, τα κάνουν μια χαψιά!
ΔΩΡΑ Νεφέλη, αλήθεια... λέει ο αδελφό σου;
(Τα δυο κοριτσάκια φοβισμένα πάνε τελευταία)
ΟΛΟΙ Να τα πούμε; (Σιωπή) Να τα πούμε;
ΑΝΤΡΑΣ Όχι, μας τα είπανε.
ΠΕΤΡΟΣ Να σας τα ξαναπούμε τότε.
ΑΝΤΡΑΣ Να πάτε στο καλό. Έχει δουλειά το αφεντικό.
ΦΑΝΗΣ (Λέει με παράπονο στους άλλους) Και κάναμε τόσο κόπο να έρθουμε!
ΝΕΦΕΛΗ (Γυρίζει προς τον Πέτρο) Εγώ σου το είπα να μην έρθουμε.
ΠΕΤΡΟΣ Εσύ να σταματήσεις επιτέλους να γκρινιάζεις αλλιώς θα σε γυρίσω αμέσως σπίτι. (Γυρίζει προς τον άντρα) Τελικά να τα πούμε;
ΑΝΤΡΑΣ Είπα όχι. Τι δεν καταλαβαίνετε;
ΠΕΤΡΟΣ Εμείς θα τα πούμε κι ας μη μας αφήνετε να περάσουμε                        ΑΝΤΡΑΣ Α! Εσείς δεν βάζετε με τίποτα μυαλό! Αζόρ, Λίζα...
(Ακούγονται γαβγίσματα. Τα παιδιά τρέχουν πανικόβλητα πάνω στη σκηνή).
ΦΑΝΗΣ ( Κοιτάζει πίσω και μετά σταματά λαχανιασμένος..) Τον παλιοτσιγκούνη!
(Σταματούν όλοι λαχανιασμένοι)
ΜΑΡΙΝΑ Πέτρο, έχεις κι άλλη τέτοια χαζοιδέα μήπως;
ΝΕΦΕΛΗ Εγώ σου τα έλεγα...
ΠΕΤΡΟΣ Γιατί θεέ μου δεν την φάγανε τα σκυλιά; Να γλιτώσω επιτέλους από τη γλωσσού...

(Βγαίνουν από τη σκηνή εκτός από τον Χρήστο και την Μαρίνα που έχουν μείνει τελευταίοι. Ο Ζόραν μπαίνει στη σκηνή. Προχωρά αργά με σκυμμένο κεφάλι και κλαίει.)
ΧΡΗΣΤΟΣ Μαρίνα, εκείνο το παιδάκι γιατί κλαίει...
(Το πλησιάζουν)
ΜΑΡΙΝΑ Γιατί κλαις; Μήπως χάθηκες;
ΖΟΡΑΝ Όχι.
ΜΑΡΙΝΑ Μήπως χτύπησες;
ΖΟΡΑΝ Όχι.
ΧΡΗΣΤΟΣ Ε, τότε;
ΖΟΡΑΝ Δύο μεγάλα παιδιά μου αρπάξανε τον κουμπαρά.
ΧΡΗΣΤΟΣ Είχες μαζέψει πολλά χρήματα;
ΖΟΡΑΝ Όχι πολλά.
ΜΑΡΙΝΑ Αχ τους αλήτες! Καλά ηρέμησε. Δεν έπρεπε να βγεις μόνος για τα κάλαντα. Είσαι ακόμη μικρούλης.
ΖΟΡΑΝ Δεν είχα παρέα.
ΜΑΡΙΝΑ (Απευθύνεται στον Χρήστο) Μου έρχεται κρίμα ο μικρός. (Γυρίζει προς τον Ζόραν) Θέλεις να έρθεις μαζί μας;
ΖΟΡΑΝ Μαζί σας; Θέλω!                                                                   
ΧΡΗΣΤΟΣ Μόνο σταμάτα να κλαις γιατί μου θυμίζεις τον κλαψιάρη τον μικρό αδερφό μου. Με το παραμικρό ουα...ουα...
ΖΟΡΑΝ Εντάξει. (Σκουπίζει τα δάκρυά του)
ΜΑΡΙΝΑ Πώς σε λένε;
ΖΟΡΑΝ Ζόραν.
ΜΑΡΙΝΑ Εμένα Μαρίνα. Από πού είσαι;
ΖΟΡΑΝ Από τη Γιουγκοσλαβία.
ΜΑΡΙΝΑ Και η μαμά του Πέτρου από την Κροατία είναι. Έχεις καιρό στην Ελλάδα;
ΖΟΡΑΝ Εδώ γεννήθηκα εγώ. Ο αδερφός μου γεννήθηκε στο Βελιγράδι. Με περνά έξι χρόνια.
ΜΑΡΙΝΑ Μένεις εδώ κοντά.
ΖΟΡΑΝ Κοντά στην πλατεία με το συντριβάνι.
ΜΑΡΙΝΑ Α, ωραία! Εκεί μένει και ο Χρήστος. Θα γυρίσετε μαζί όταν τελειώσουμε τα κάλαντα. 
ΧΡΗΣΤΟΣ Βιαστείτε να προλάβουμε και τα άλλα παιδιά. (Φεύγουν τρέχοντας)


                                                     σκηνή 4
(Στη σκηνή βρίσκεται μόνο η Μαμά και μιλάει στο τηλέφωνο)
ΜΑΜΑ Όχι δεν επέστρεψαν ακόμη, δε χρειάζεται όμως να ανησυχείς. Ναι, ναι καταλαβαίνω... Έχω εμπιστοσύνη στον Πέτρο. Έλα κλείσε τα ακούω που έρχονται. Έλα, γεια... γεια!
(Επιστρέφουν και τα υπόλοιπα παιδιά από τα κάλαντα.)
ΜΑΜΑ Καλώς τα, καλώς τα! Πώς τα περάσατε;
ΝΕΦΕΛΗ Μαμά, ο Πέτρος...
ΠΕΤΡΟΣ Ναι, για λέγε... (Την κοιτάζει αγριεμένος)
ΝΕΦΕΛΗ Τίποτα!                                                                 
ΜΑΜΑ Έλα... μη μαλώνετε! (Τη χαϊδεύει στο κεφάλι) Πάω να σας φέρω κουραμπιέδες και νόστιμα μελομακάρονα.
ΝΙΚΟΣ Για να δούμε τι μαζέψαμε...

(Κάθονται σταυροπόδι σχηματίζοντας έναν μεγάλο κύκλο στο πάτωμα)
ΦΑΝΗΣ Να τα μετρήσω εγώ;
ΠΕΤΡΟΣ Χα! Εσύ; Εσύ στο σχολείο με το ζόρι μπορείς και μετράς μέχρι το εκατό.
ΦΑΝΗΣ Γιατί, πιστεύεις ότι θα είναι πάνω από εκατό! Λοιπόν, ένα... δύο... ενενήντα δύο ευρώ! Είμαστε... (μετρά τα παιδιά) δέκα με τον Ζόραν. Θα πάρουμε... θα πάρουμε από... θα...
ΠΕΤΡΟΣ Άστο καλύτερα σε μένα. (Σκέφτεται) Το ΄χω! Από 9 ευρώ ο καθένας!
ΦΑΝΗΣ Μόνο;
ΠΕΤΡΟΣ Μόνο.

ΔΩΡΑ Εσύ Ζόλαν τι θα αγολάσεις με αυτά τα λεφτά.
ΖΟΡΑΝ Ένα ποδήλατο στον αδερφό μου!
ΒΑΣΙΛΗΣ Στον αδερφό σου;
ΖΟΡΑΝ Ναι στον αδερφό μου. Είναι άρρωστος στο νοσοκομείο. Όμως θα κάνει εγχείρηση, θα γίνει καλά και θα επιστρέψει πάλι στο σπίτι. Έτσι είπε ο μπαμπάς... Πέρυσι τα είπαμε μαζί τα κάλαντα. Μαζέψαμε πολλά χρήματα... (Παίρνει μια βαθιά ανάσα.) Θα γίνει καλά. Το είπε και η μαμά.

(Τα παιδιά κοιτάχτηκαν στα μάτια)
ΑΓΓΕΛΟΣ Με τόσα λεφτά δεν παίρνεις ποδήλατο. Παίρνεις;
ΠΕΤΡΟΣ Και βέβαια παίρνει ξαδερφούλη γιατί θα του δώσεις εσύ τα δικά σου κι εγώ τα δικά μου κι ο Φάνης και τα άλλα παιδιά. Συμφωνείς Μαρίνα;
ΜΑΡΙΝΑ (Αγκαλιάζει τον Πέτρο) Γι αυτό σε αγαπάω τόσο πολύ ξαδερφούλη μου, γιατί όσο σκληρός και να δείχνεις κατά βάθος έχεις μια πολλή ευαίσθητη καρδιά.
ΑΓΓΕΛΟΣ Μα...
ΠΕΤΡΟΣ Τέλος, συμφωνήσαμε.
ΑΓΓΕΛΟΣ Εγώ...                                                                     
ΠΕΤΡΟΣ Εσύ τσιμουδιά.
ΑΓΓΕΛΟΣ Εγώ θέλω...
ΠΕΤΡΟΣ Είπα τσιμουδιά.
ΑΓΓΕΛΟΣ Εγώ θέλω να διαλέξω το χρώμα.
ΠΕΤΡΟΣ Α! Αυτό ήθελες να πεις! (Γελάνε όλοι) Εντάξει. Και τι χρώμα διαλέγεις;
ΑΓΓΕΛΟΣ Κόκκινο. Ένα κόκκινο ποδήλατο για τον αδερφό τού Ζόραν και... και... μια μεγάλη μαύρη σοκολάτα για μένα!




                                                          ΤΕΛΟΣ

Σχολικά θεατρικά ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

                                                 ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

  Πρόκειται για τον μύθο για το θρυλικό γεφύρι της Άρτας που τη μέρα το χτίζανε και το βράδυ γκρεμίζονταν μέχρι που…

Παίζουν: ΑΦΗΓΗΤΗΣ, ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΠΟΥΛΑΚΙ, ΜΑΘΗΤΑΔΕΣ (χωρίς αυτοί με περιορισμό αριθμού)
Σκηνικά: Το γεφύρι
Κοστούμια - υλικά: χάρτινα φτερά (πουλί), ρούχα λερωμένα οικοδομής, λευκά μαντήλια για το κεφάλι, μυστρί, σκεπάρνι, κουβά, σχοινί, μεγάλες ορθογώνιες πέτρες (χάρτινες)
Μουσική επένδυση: δραματική μουσική, ήχος σφυριών, τιτίβισμα πουλιού, ήχος νερού που κυλά
Θεατρική διασκευή: Λεωνίδας Κωστής (εκπ/κός) 


       (Οι εργάτες δουλεύουν ενώ ο πρωτομάστορας επιβλέπει, σιωπηλός και προβληματισμένος)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιρολογιούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες.
                                                                 
ΜΑΘΗΤΑΔΕΣ: Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.

      (Μπαίνει στη σκηνή το πουλάκι. Όλοι ξαφνιάζονται. Σταματούν και το κοιτάζουν)
ΠΟΥΛΑΚΙ: Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.
     (Ο Πρωτομάστορας χαμηλώνει προβληματισμένος το κεφάλι. Μια κοιτάζει το πουλί μια το γεφύρι. Τέλος στενοχωρημένος απευθύνεται στο πουλί.)
ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ: Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.

      (Το πουλί αποχωρεί από τη σκηνή. Οι εργάτες συνεχίζουν τη δουλειά. Ακούγεται η φωνή του πουλιού.)
ΠΟΥΛΙ: Κυρά. Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.

     (Εμφανίζεται χαρούμενη η Γυναίκα του πρωτομάστορα. Τους χαιρετά από μακριά.)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα… τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργομισμένος;
ΜΑΘΗΤΑΔΕΣ: Το δαχτυλίδι του 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;
    (Πλησιάζει τον άντρα της)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πα σ' το φέρω,
εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω.
    (Την δένουν με το σχοινί για να την κατεβάσουν στα θεμέλια. Σκύβει και παραμένει σκυμμένη στα γόνατα μέχρι το τέλος ενώ οι εργάτες μαζεύονται γύρω της και την καλύπτουν με το σώμα τους να μην φαίνεται. Κοιτούν όλοι σκυμμένοι.)                                       
 ΓΥΝΑΙΚΑ: (ακούγεται η φωνή της) Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα τι όλον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν βρήκα.
    (Ο Πρωτομάστορας σηκώνει ψηλά την πέτρα και τη βάζει πρώτος εκεί που υποτίθεται ότι κατέβηκε η γυναίκα, ενώ οι εργάτες με το μυστρί κάνουν ότι ρίχνουν τη λάσπη.)
ΓΥΝΑΙΚΑ: (Κλαίγοντας.) Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πιο στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι...
                                                                (Θυμώνει κι αρχίζει τις κατάρες)
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.                                                                 
ΜΑΘΗΤΑΔΕΣ: Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
που 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.
ΓΥΝΑΙΚΑ: (Ήρεμη.) Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
γιατί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.



                                                              ΤΕΛΟΣ

σχολικά θεατρικά Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ

ΠΑΙΔΙΚΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ (ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ)
                                                   

                                             Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ

Στηρίζεται στη γνωστή παραβολή του Ασώτου υιού…

Παίζουν: ΑΦΗΓΗΤΗΣ, ΜΑΝΑ, ΜΑΡΙΑ, ΑΔΕΡΦΗ, ΓΙΑΓΙΑ, ΣΥΜΠΕΘΕΡΑ, ΑΡΕΤΗ, ΚΑΚΙΑ, ΠΑΤΕΡΑΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ, ΠΑΠΠΟΥΣ, ΗΡΑΚΛΗΣ, ΓΑΜΠΡΟΣ
Σκηνικά: Το εσωτερικό ενός αγροτικού σπιτιού
Κουστούμια- υλικά: σακάκι(πατέρας), νυφικό (Μαρία), σκούπα, ποδιά, μαντήλι (μάνα), λευκό σεντόνι, κλαράκι ελιάς για στεφάνι (Ηρακλής), 6 βέργες κοντά στο μισό μέτρο, ένα μήλο, τσουγκράνα (Γιώργης), πιάτα, ποτήρια, μπουκάλι, πλεκτό με βελόνες, κέντημα
Μουσική επένδυση: δημοτικά τραγούδια που παίζονται στους γάμους, δραματική μουσική, απαλή μουσική
Συγγραφέας: Λεωνίδας Κωστής (εκπ/κός)


                                         σκηνή (α)   (ΟΙ ΒΕΡΓΕΣ)
 ΑΦΗΓΗΤΗΣ Κάποτε,κάπου στην ελληνική ύπαιθρο, ζούσε μια όμορφη κι αγαπημένη οικογένεια. Ο πατέρας, η μητέρα και τα τρία τους παιδιά. Όλοι τους εργάζονταν στα χωράφια από το πρωί μέχρι  το βράδυ. Η σκληρή δουλειά τους απόδιδε  και τους αντίστοιχους καρπούς. Τίποτε δεν τους έλειπε. Μοχθούσαν μεν κουράζονταν, καμιά φορά γκρίνιαζαν, όμως ήταν ευτυχισμένοι…

(Η μάνα συγυρίζει το σπίτι. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει θυμωμένος ο Γιώργης. Αφήνει την τσουγκράνα)
ΜΑΝΑ: Καλώς τον λεβέντη μου!
ΓΙΩΡΓΟΣ: Πού είναι;
ΜΑΝΑ: Ποιον ψάχνεις;
ΓΙΩΡΓΟΣ: Την μικρή. Πού είναι;
ΜΑΝΑ: Την αδερφή σου την Μαρία; (χαμογελάει) Τι πάθατε;                                                                                  
ΓΙΩΡΓΟΣ: Μου πήρε το άλογο και γύρισα με τα πόδια από το χωράφι. Πού είναι μάνα;                                                                   
ΜΑΝΑ: Ε… καλά, μη κάνεις έτσι! Αδέρφια είστε.
ΓΙΩΡΓΟΣ: Άμα την πιάσω στα χέρια μου… (φεύγει παίρνοντας και την τσουγκράνα)
(Μπαίνει η Μαρία)
ΜΑΝΑ: Σε ψάχνει ο Γιώργης.
ΜΑΡΙΑ: Τι με θέλει μάνα;
ΜΑΝΑ: Να σε βάλει δήμαρχο! Τι να σε θέλει; Καλά πήρες το άλογο και τον παράτησες αυτόν στο χωράφι;
ΜΑΡΙΑ: Του είχα πει βιάζομαι. Αυτός αργούσε. Καλά να πάθει!(φεύγει αδιάφορη παίρνοντας το μήλο πάνω από το τραπέζι)

(Ξανάρχεται ο Γιώργος)
ΓΙΩΡΓΟΣ: Άμα την πιάσω, βρε άμα την πιάσω… (κάθεται)
ΠΑΤΕΡΑΣ: Γεια σας. Τι πάθατε και φωνάζετε έτσι;
ΜΑΝΑ: Καλώς τον! Δως μου το σακάκι.
ΓΙΩΡΓΟΣ: (σηκώνεται νευρικά) Πατέρα, η Μαρία μου πήρε το άλογο. Γύρισα με τα πόδια φορτωμένος το τσουβάλι με το καλαμπόκι στην πλάτη! Κουβαλούσα και στα χέρια το τσαπί και τα άλλα εργαλεία. Ούτε την τσουγκράνα της δεν πήρε! (δυσφορεί) Δεν νιώθω τα χέρια μου. Δεν θα την πιάσω…
ΜΑΝΑ: Καθίστε τώρα να σας ετοιμάσω να φάτε. Κι εσύ μη κάνεις έτσι. Ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ για ένα πιάτο φαί, εσείς δε θα σκοτωθείτε τώρα για ένα άλογο! (βγαίνει από τη σκηνή)
ΠΑΤΕΡΑΣ: Έχετε καιρό τώρα που τρώγεστε μεταξύ σας.
ΓΙΩΡΓΟΣ: Δεν φταίω εγώ!
ΠΑΤΕΡΑΣ: Γιώργο, πήγαινε έξω και κόψε έξη χοντρές βέργες από τη σκαμνιά.
ΓΙΩΡΓΟΣ: Τι τις θες;
ΠΑΤΕΡΑΣ: Κάνε ότι σου λέω.

(Ο Γιώργος, βγαίνει από τη σκηνή και σε λίγο ξαναμπαίνει με τις βέργες. Η μητέρα έχει επιστρέψει και στρώνει το τραπέζι)
ΓΙΩΡΓΟΣ: Καλές είναι αυτές;                                                                                 
ΠΑΤΕΡΑΣ: Μια χαρά είναι. Γυναίκα, φώναξε και τα άλλα δυο παιδιά.
(Η μάνα βγαίνει από τη σκηνή ακούγεται να φωνάζει τα ονόματα των παιδιών κι επιστρέφουν όλοι  μαζί.)
ΠΑΤΕΡΑΣ: Μπείτε στη σειρά. Πάρτε τώρα από ένα κλαρί. Σπάστε το. Τι με κοιτάτε; Σπάστε το! (τα σπάνε) Πάρε τώρα Βασίλη και σπάσε και τα τρία κλαριά μαζί. (δεν μπορεί) Η σειρά σου Μαρία.(ούτε εκείνη) Δοκίμασε κι εσύ που είσαι ο μεγαλύτερος. (το ίδιο) Είδατε παιδιά μου όταν είναι ένα το κλαρί σπάει εύκολα. Όταν όμως είναι τρία μαζί κανείς δεν μπορεί να τα τσακίσει. Γι αυτό πρέπει να είστε πάντα μονιασμένοι και αγαπημένοι στη ζωή σας. Άντε βάλτε μου ένα κρασί και καθίστε να φάμε.
ΜΑΡΙΑ: Πάω εγώ πατερούλη.
ΠΑΤΕΡΑΣ: (η Μαρία φέρνει το κρασί, ο πατέρας σηκώνει το ποτήρι) Ενωμένοι στα εύκολα, ενωμένοι και στα δύσκολα!                                                
                                                                             
                                      σκηνή (β)  (ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:  Σαν ήρεμο ποτάμι κυλούσε η ζωή τους, έτσι και ο χρόνος. Και καθώς κυλούσε ο χρόνος τα παιδιά μεγάλωναν. Το ποτάμι όμως είναι απρόβλεπτο. Κανείς δεν ξέρει ποτέ τι μπορεί να κατεβάσει….

(Η Μάνα συγυρίζει το σπίτι ή μαγειρεύει, η γιαγιά πλέκει και ο Βασίλης κάθεται σκεφτικός.)
ΜΑΝΑ: Είσαι καλά Βασίλη;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Καλά είμαι.                                                                       
ΜΑΝΑ: Εγώ σε γέννησα, εμένα δεν με ξεγελάς. Κάτι έχεις. Τον τελευταίο καιρό σε βλέπω ανόρεκτο… Νιώθω κάτι να σε απασχολεί… Πάντως δεν είσαι ο παλιός γελαστός Βασίλης, με τα αστεία σου, τα πειράγματά σου.
ΒΑΣΙΛΗΣ: Από εσένα δεν μπορώ να κρυφτώ. Έχεις δίκιο. (την κοιτάζει) Μάνα θα φύγω!
ΜΑΝΑ: (ξαφνιάζεται) Θα φύγεις; Τι εννοείς θα φύγεις;
ΒΑΣΙΛΗΣ: (αποφεύγει να την κοιτάζει) Θα φύγω. Θα πάω στην πόλη. Θα ψάξω για δουλειά. Θα μείνω εκεί. Βαρέθηκα αυτή τη ζωή…
ΓΙΑΓΙΑ: Ποια ζωή; Άσχημα περνάς; Με τους γονείς σου τον αδερφό σου, την αδερφή σου…                                                                       
ΒΑΣΙΛΗΣ: (την διακόπτει)Τις κότες, τα γουρούνια… Γιαγιά, θέλω να πάω να ζήσω κι εγώ όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Να φοράω καθαρά ρούχα, να κάνω τις βόλτες μου ανάμεσα σε καλοντυμένο κόσμο, να πηγαίνω σε ωραία μαγαζιά. Καινούριους φίλους καινούριες παρέες… Δεν θέλω να περάσω όλη μου τη ζωή με ένα τσαπί στο χέρι!
ΓΙΑΓΙΑ: Αυτό το τσαπί σας μεγάλωσε και σας έκανε άντρες. Νομίζεις παιδί μου ότι είναι πιο εύκολα τα πράγματα εκεί κάτω στην πόλη; Να μην κοιτάς τους λίγους που κατάφεραν και βολεύτηκαν και περνάν καλή ζωή. Να κοιτάς τους πολλούς που δουλεύουν όλη μέρα και πέρα δεν τα βγάζουν. Μένουν σε στενάχωρα σπιτάκια, μέσα στη βρωμιά, τον θόρυβο, το καυτό τσιμέντο… Μπορεί να τα λέω επειδή είμαι γριά αλλά ποτέ δεν θα αποχωριζόμουν τούτον εδώ τον παράδεισο. (δείχνει) Τούτη τη φύση με όλα τα αγαθά της, που μας χάρισε απλόχερα ο Θεός. Δες τα άνθη της μηλιάς. Της αχλαδιάς… Τι χρώματα είναι αυτά! Τι ομορφιά. Μύρισε το άρωμά τους…
ΒΑΣΙΛΗΣ: (την διακόπτει) Γιαγιά το έχω αποφασίσει. Μάνα το έχω πάρει απόφαση. Θα φύγω.
ΜΑΝΑ: (πιάνει με τα δυο της χέρια το κεφάλι) Δεν θα το αντέξω αυτό!
ΒΑΣΙΛΗΣ: Ειλικρινά σας αγαπώ όλους. Κι εγώ στενοχωριέμαι που θα ζήσω μακριά σας. Ξέρω θα μου λείψετε, όμως πιστέψτε με… δεν μπορώ άλλο εδώ! (μένουν για λίγο σιωπηλοί) Μάνα θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Να μιλήσεις στον πατέρα να μου δώσει κάποια χρήματα… Θα τα επιστρέψω! Να μπορέσω να ξεκινήσω μια καινούρια ζωή.                                                         
                                                                                                                       
                           σκηνή (γ)  (Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Ένας άνεμος φύσηξε όχι όμως σαν αυτόν που χαρίζει ζωή στα πανιά των πλοίων, στα φυτά, στα ζώα, στους ανθρώπους. Ένας άλλος άνεμος. Ο άνεμος της θλίψης, του πόνου…  
                                                              
(Ο πατέρας κι ο παππούς καθισμένοι πίνουν το κρασάκι τους.)
ΠΑΠΠΟΥΣ: Μη χολοσκάς γιέ μου. Έτσι είναι τα παιδιά. Μακάρι να είχαν τη δική μας πείρα! Όμως είναι νέοι. Το αίμα τους βράζει. Έχουν τις ανησυχίες τους, το σαράκι τους. Ποτές δεν ικανοποιούνται με όσα καλά κι αν τους δώσει ο Θεός. Σάμπως κι εσύ δεν ήσουν κάποτε νιος. (τον ακουμπά στον ώμο, χαμογελά) Τι τράβηξα εγώ με εσένα, όταν ερωτεύτηκες την γυναίκα σου. Όταν χάλασε το προξενιό… θυμάσαι; Την πήρες μόνος σου! Πέντε μέρες κρυβόσασταν στο εκκλησάκι του Αη Λια. Σας ψάχναμε. Όλοι νομίζαμε ότι είχατε φύγει για την πόλη. Μέχρι που σας τσάκωσε ο παπάς… Ή μήπως τα έχεις ξεχάσει! Χα χα χα!
ΠΑΤΕΡΑΣ: (αγέλαστος) Τι με συμβουλεύεις γέρο; Τι να κάνω;
ΠΑΠΠΟΥΣ: Άσε το παιδί να πάει στο καλό του. Άφησέ το να παιδευτεί, να βρει μονάχο το δρόμο του.                                                                                   
(Μπαίνει ο Βασίλης)                                                                                  
ΒΑΣΙΛΗΣ: Γεια σου πατέρα. Παππού πώς πάει το χέρι; Το κουνάς καθόλου;
ΠΑΠΠΟΥΣ: Εσείς οι νέοι χρειάζεστε και τα δυο χέρια. Εμείς οι γέροι βολευόμαστε και με ένα. Ευτυχώς είναι γερό το άλλο να μπορώ να ξύνομαι. Χα χα χα!
ΠΑΤΕΡΑΣ: Κάθισε Βασίλη να μιλήσουμε. Πατέρας με γιο.
ΠΑΠΠΟΥΣ: (ο παππούς σηκώνεται απευθυνόμενος στον Βασίλη) Άντε να φεύγω κι εγώ. Σαν πολύ κάθισα και η γιαγιά σου θα ανησυχεί μη με ξελόγιασε καμιά νέα και όμορφη κι όχι τίποτε άλλο… αλλά θα χάσει την σύνταξη! Χα χα χα!
ΒΑΣΙΛΗΣ: Στο καλό παππού!
ΠΑΤΕΡΑΣ: Λοιπόν. Θα σου δώσω όλα τα λεφτά που είχα μαζεμένα για να ξεπληρώσω το χωράφι που αγοράσαμε με τα αμπέλια. Ο Κωστής μου είπε ότι δεν χρειάζεται τώρα τα χρήματα και μπορεί να περιμένει. (πίνει λίγο κρασί) Κάποτε γιε μου, ο Ηρακλής, κάθισε σε ένα ερημικό μέρος και άρχισε να σκέφτεται και να αναρωτιέται για το ποια θα είναι η οδός που θα πρέπει να ακολουθήσει στην ζωή του. Τότε είδε να εμφανίζονται και να κατευθύνονται προς το μέρος του δύο πολύ ψηλές γυναίκες. Η μία γυναίκα φερόταν πολύ σεμνά, ήταν καθαρή και ντυμένη με λιτά και όμορφα ρούχα. Η άλλη γυναίκα ήταν επιδεικτική. Φορούσε πολυτελή και πανάκριβα ρούχα…

(Εμφανίζεται ο Ηρακλής. Τυλιγμένος στο σεντόνι. Κρατά ένα μακρύ ραβδί. Στο κεφάλι ένα λεπτό στεφάνι ελιάς. Προχωρά. Δεν ξέρει ποιον δρόμο να ακολουθήσει. Κάθεται σταυροπόδι και συλλογίζεται. Εμφανίζεται από τα αριστερά πρώτα η κακία εύθυμη, όμορφη, βαμμένη και στολισμένη φανταχτερά και κατόπιν από τα δεξιά η Αρετή απλή και σοβαρή)
 ΚΑΚΙΑ: (Κάνει κύκλο γύρω του ενώ του χαϊδεύει τα μαλλιά) Βλέπω Ηρακλή, ότι αυτό που σκέφτεσαι είναι το ποιος θα μπορούσε να είναι για σένα ο καλύτερος τρόπος ζωής. Έχω να σου πω λοιπόν, ότι να αποφασίσεις να με ακολουθήσεις, θα περάσεις μία πολύ όμορφη ζωή χωρίς να καταβάλεις καμμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Ό,τι και αν είναι αυτό που επιθυμείς, θα μπορούσες πολύ εύκολα να το αρπάξεις από τους άλλους και όχι να προσπαθήσεις να το αποκτήσεις με την δική σου προσωπική εργασία. (με νάζι) Αυτό που μπορώ να σου προσφέρω είναι την εύκολη απόλαυση όλων σου των αισθήσεων και θα ζεις μόνο για να απολαμβάνεις.
ΗΡΑΚΛΗΣ: Και ποιο είναι το όνομά σου κυρά μου;
ΚΑΚΙΑ: Οι φίλοι μου με φωνάζουν…(υποκλίνεται) Ευδαιμονία! Οι εχθροί μου (κάνει έναν μορφασμό απέχθειας) με φωνάζουν… Κακία!
ΑΡΕΤΗ: (πάντα σεμνή) Κι εγώ έρχομαι να σου μιλήσω, διότι γνωρίζω τους γονείς σου και τους προγόνους σου και έμαθα τον τρόπο που ανατράφηκες. Όλα αυτά μου δίνουν την ελπίδα ότι θα με ακολουθήσεις. Δεν θα προσπαθήσω όμως να σε εξαπατήσω, ούτε και θα σου υποσχεθώ απολαύσεις χωρίς κόπους και χωρίς την προσωπική σου προσπάθεια. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να σου παρουσιάσω την ζωή, έτσι όπως την έφτιαξαν ο Θεός. Δηλαδή, θα πρέπει να περιποιείσαι και να ευεργετείς τους φίλους σου, εάν θέλεις να σε αγαπούν και εκείνοι. Πρέπει να εργάζεσαι και να κοπιάζεις για τον τόπο σου, αν θέλεις οι άνθρωποι του τόπου σου να προοδεύσουν…                                                           ΚΑΚΙΑ: (τη διακόπτει) Βλέπεις πόσο δύσκολα και κοπιαστικά έργα σου προτείνει αυτή η γυναίκα, αγαπητέ μου Ηρακλή!
ΗΡΑΚΛΗΣ: Και ποιο είναι το δικό σου όνομα;
ΑΡΕΤΗ: Αρετή με λένε!
(Αποχωρούν πρώτα οι δυο γυναίκες και κατόπιν ο Ηρακλής)
                                                                           
ΠΑΤΕΡΑΣ: Ο Ηρακλής αρνήθηκε τον εύκολο δρόμο της Κακίας. Διάλεξε τον δρόμο της Αρετής. Δύσκολος δρόμος αλλά κάποτε θα φτάσεις. Και θα είσαι ευτυχισμένος. Εύχομαι γιε μου τον ίδιο δρόμο να πάρεις κι εσύ.

                                        Σκηνή (δ)   (Ο ΓΑΜΟΣ)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Τα χρόνια πέρασαν. Η Μαρία μεγάλωσε. Αγάπησε έναν νέο. ΟΙ γονείς τους δώσανε τα χέρια. Μαζί και την ευχή τους. Η νύφη και ο γαμπρός. Ο γαμπρός και η νύφη. Δεν λάμπουν από ευτυχία; Η πλατεία του χωριού κατάμεστη από τους καλεσμένους που ήρθαν να χαρούν με τη χαρά τους, να γλεντήσουν και να τους ευχηθούν…                                                                                  
(Η νύφη, ο γαμπρός και οι υπόλοιποι χορεύουν. Η μάνα, ο πατέρας και η συμπεθέρα κάθονται στο τραπέζι.)
ΣΥΜΠΕΘΕΡΑ: Να μας ζήσουνε συμπέθερε! (σηκώνουν τα ποτήρια). Συμπεθέρα δεν λέω, καλή η νύφη… χαδιάρα και ψηλή, κορμί σαν κυπαρίσσι. Σαν τις νεράιδες όμορφη, λευκή σαν περιστέρα. Αλλά και γαμπρό που σας δίνουμε! Τι να πω… Μάνα του είμαι και θα πεις, μάνα είναι και παινεύει το γιό της, όμως όλος ο κόσμος το μελετά όλος ο κόσμος το λέει. Παιδί εργατικό, τίμιο, λεβέντης.  Ό,τι ακουμπά χρυσάφι γίνεται, ασήμι ό,τι πιάνει. Όλες του χωριού οι νιες τον λαχταρούν, οι νιοι τον εζηλεύουν!
ΜΑΝΑ: Έτσι είναι συμπεθέρα μου. Ευτυχία κι αγάπη να ‘χουνε μέσα από την καρδιά μου.
ΣΥΜΠΕΘΕΡΑ: Μπορεί να μην έχουμε πολλά συμπεθέρα μα θα βοηθήσουμε κι εμείς τα παιδιά στο ξεκίνημά τους. Το χωράφι στη ρεματιά θα το γράψουμε στα παιδιά. Καλό είναι, γόνιμο, κοντά στο νερό…  και το δικό τους σπιτικό σαν θελήσουν να φτιάξουν πάλι δίπλα τους θα ΄μαστε. Σάμπως κι εμείς έτσι δεν ξεκινήσαμε συμπεθέρα, μη σου πω από το τίποτα και παρόλα αυτά μεγαλώσαμε ολόκληρη φαμίλια! Θέληση να υπάρχει κι όρεξη και για τα άλλα, έχει ο Θεός!                                                                                   
ΣΥΜΠΕΘΕΡΑ: Η κουμπάρα… η κουμπάρα να σύρει τον χορό!
ΚΟΥΜΠΑΡΑ: Πρώτα να δώσω τις ευχές μου: (παίρνει ένα ποτήρι στα χέρια)
«Εύχομαι το στεφάνι σας, διαμάντια να γεμίσει
και να σας τρέχουν τα καλά, σαν το νερό στη βρύση!
Γαμπρέ τη νύφη να αγαπάς, κορώνα να την έχεις
και σαν τα μάτια σου τα δυο, πάντα να την προσέχεις!                                   
Νύφη μου πετροπέρδικα, που περπατάς στα αλώνια,
σου πρέπουνε παινέματα, να σου τα πουν τα αηδόνια!
Όσα άνθη έχει ο Μάιος και ο χειμώνας χιόνια,
Τόσα σας εύχομαι κι εγώ, ευτυχισμένα χρόνια!»
 (Έρχεται η νύφη και ο γαμπρός μες την τρελή χαρά.)
ΜΑΡΙΑ: (ξαφνιάζεται) Μάνα πάλι κλαις! Δεν θέλω να σε βλέπω έτσι μέρα που είναι.
ΓΑΜΠΡΟΣ: Έλα, σήκω και χόρεψε πεθερά σε τούτη τη χαρά μας. Για χάρη της κόρη σου αλλά και τη δική μου.                                                                                     
ΣΥΜΠΕΘΕΡΑ: Άντε σήκω. Στο ζητά ο γαμπρός και η νύφη.
ΜΑΝΑ: Μια μεγάλη χαρά, δεν μπορεί καμάρια μου, να σκεπάσει μια μεγάλη λύπη… Αχ, να ΄ταν εδώ ο Βασιλάκης μου!

                                    σκηνή (ε)  (Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Όπως λέει και το τραγούδι… η ζωή έχει γυρίσματα. Ο χρόνος μπορεί για τη μάνα να μην είναι ποτέ γιατρικό όμως μπορεί να φέρνει τα πάνω κάτω, φυσικά… και το αντίθετο!

(Μάνα και θεία συζητούν καθισμένες πλέκοντας ή κεντώντας.)                              ΑΔΕΛΦΗ: Είχε χρόνια να ξαναγίνει τέτοιος γάμος! Και ο γαμπρός αλλά και η νύφη σαν αστέρια λάμπανε. Κίνησε ο αυγερινός κι αντάμωσε την πούλια…  Άντε και στα άλλα σου τα παιδιά, αδερφή! Τώρα… γιατί κλαις; Ξέρω… έφερες πάλι στο νου σου τον Βασίλη!
ΜΑΝΑ: Μήπως τον έχω βγάλει και ποτέ! Πέντε χρόνια κι έξι μήνες…
ΑΔΕΛΦΗ: Πάψε να μαραζώνεις. Καλά θα είναι το παιδί εκεί… εκεί που είναι. Θα το δεις. Θα γυρίσει μια μέρα… παιδί της πόλης τώρα πια, προκομμένος, με όμορφα ρούχα, αρωματισμένος και δεν θα τον αναγνωρίσουμε.  (της πιάνει το χέρι) Αδερφή! Κάνε πέτρα την καρδιά σου. Μη ξεχνάς ότι έχεις σύζυγο και άλλα δυο παιδιά που σε έχουν κι εκείνοι ανάγκη… (χτυπά η πόρτα) Άσε, θα σηκωθώ εγώ. (ανοίγει) Βασίλη!                                                                                             (Τρέχει η μάνα και τον αρπάζει σφιχτά στην αγκαλιά της.)                                    ΜΑΝΑΒασίλη μου, παιδί μου! (κλαίει από χαρά)                                  
ΒΑΣΙΛΗΣ:  (Δεν δείχνει χαρούμενος) Μάνα, ήρθα να σας δω. Μπορώ να φιλοξενηθώ για λίγο καιρό στο σπίτι σας. 
ΜΑΝΑ: Να φιλοξενηθείς στο σπίτι; Τι είναι αυτά που λες; Ρωτάς αν μπορείς να μείνεις στο δικό σου σπίτι; (τον αγκαλιάζει και πάλι) Σε ευχαριστώ Παναγιά μου… Άκουσες τις προσευχές μου γιατί κι εσύ είσαι μάνα! (σταυροκοπιέται) Βγάλε τα ρούχα σου. Θα σου φέρω καθαρά. Τρέχω να σου ετοιμάσω κάτι να φας. Σίγουρα θα πεινάς μετά τέτοιο ταξίδι! (φεύγει από την σκηνή)
ΑΔΕΛΦΗ: Να φεύγω κι εγώ. Σαν πολύ στρώθηκα εδώ. Να ΄ξερες Βασίλη πόση χαρά έδωσες σήμερα στη μάνα σου! Και πόση χαρά θα δώσεις στον πατέρας σου μόλις σε δει!                                                                                   
ΒΑΣΙΛΗΣ: Ντρέπομαι θεια. Κοίτα με πως κατάντησα…
ΑΔΕΛΦΗ: (τον πιάνει από τα χέρια) Να μη ντρέπεσαι παιδί μου. Η ζωή είναι σαν τον ουρανό. Μία έχει ήλιο και γελάει, μία έχει σύννεφα και κλαίει. Πόσο χάρηκα που σε ξαναείδα! Γεια σου αγόρι μου, γεια σου! (Τον αγκαλιάζει και φεύγει, ενώ μπαίνει ο πατέρας)
ΠΑΤΕΡΑΣ: (ξαφνιάζεται) Βασίλη… γιε μου Βασίλη! (τον αγκαλιάζει, μετά κάνει σαν τρελός πηγαίνοντας πέρα δώθε, φωνάζοντας) Γύρισε ο γιος μου! Γύρισε…
(επιστρέφει και η μάνα)
ΜΑΝΑ: Τι κάνεις έτσι χριστιανέ μου. Θα σου έρθει καμιά συγκοπή!
ΠΑΤΕΡΑΣ: (χαρούμενος) Σου το έλεγα… Θα γυρίσει το παλικάρι μας! Δεν σου το έλεγα;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Πατέρα δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρεσαι. Απέτυχα. Σκόρπισα όλα τα λεφτά που μου έδωσες…                                                                                
ΠΑΤΕΡΑΣ: Τα λεφτά! Χα χα χα! Ποιος νοιάζεται για τα λεφτά; Μπορείς με αυτά να αγοράσεις τα πάντα όχι όμως αξιοπρέπεια, ούτε ευτυχία. Αυτά τα δυο πρέπει να αγωνιστής να τα κερδίσεις. Τι αναπάντεχη χαρά και τούτη! Γυναίκα βράσε νερό. Πάω να σφάξω τον κόκορα. Ποιο κόκορα… για τον γιο μου το αρνάκι!
ΜΑΝΑ: Ποιο αρνάκι χριστιανέ μου και το Πάσχα που [ερχεται τι θα σουβλίσουμε; (ο πατέρας φεύγει) Πάει τρελάθηκε από τη χαρά του ο πατέρας σου.(του φέρνει καθαρά ρούχα)  Έλα φόρα τούτα τα ρούχα. Δικά σου είναι. Καθαροπλυμένα και σιδερωμένα περίμεναν στο συρτάρι σου πότε θα τα ξαναφορέσεις! Θα πεινάς. Τρέχω να σου φέρω κάτι να φας.                                                                         
(Ο Βασίλης μένει μόνος. Κοιτάζει γύρω του το σπίτι, τα αντικείμενα, σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Γιώργος με την τσουγκράνα στο χέρι.)                                                                                 
ΓΙΩΡΓΟΣ: (εντελώς ψυχρά) Μπα! Καλωσόρισες!
ΒΑΣΙΛΗΣ: (σηκώνεται να χαιρετήσει τον Γιώργο όμως εκείνος τον αποφεύγει) Καλώς σε βρήκα Γιώργη! Γύρισα…                                                                         ΓΙΩΡΓΟΣ: Γι αυτό είδα τον πατέρα με το μαχαίρι στο χέρι να σέρνει το αρνί από τα πόδια; (ειρωνικά.) Εγώ δυο κοτούλες του είπα να σφάξει τις προάλλες που μαζευτήκαμε με τους φίλους μου και με ειρωνεύτηκε: Και ποιος θα κλωσήσει τα αυγά εγώ; Έτσι είναι. Πάντα σου είχε αδυναμία! Και τι θα κάνεις; Θα ξαναφύγεις πάλι;
ΒΑΣΙΛΗΣ: Ποτέ ξανά. Θέλω να ξαναδουλέψω στα κτήματα, μαζί σας.
ΓΙΩΡΓΟΣ: Από την εμφάνισή σου και μόνο… μπορώ να υποθέσω ότι δεν πρέπει να πλούτισες!                                                                                
ΒΑΣΙΛΗΣ: Έτσι είναι. (σκύβει το κεφάλι.) Έχω μετανιώσει. Το παιδικό μου όνειρο,  έγινε τελικά εφιάλτης. (σηκώνει το κεφάλι.) Μου λείψατε…
ΓΙΩΡΓΟΣ: Εγώ και η Μαρία δουλεύαμε από την ανατολή μέχρι και τη δύση του ήλιου για να  ξεπληρώσουμε το χωράφι…
ΒΑΣΙΛΗΣ: Καταλαβαίνω Γιώργο. Έχεις δίκιο. Σπατάλησα όλο το κομπόδεμα τις οικογένειας. (κάθεται στην καρέκλα κι σκύβει το κεφάλι.) Στην αρχή που υπήρχαν τα λεφτά περνούσα καλά. Μα κι αυτά κάποτε τελειώνουν. Οι υποτιθέμενοι φίλοι όσο είχα χρήματα όλα καλά, μετά με εγκατέλειψαν όλοι τους. Αναγκάστηκα να δουλεύω σε ξένα χωράφια για ένα ξεροκόμματο. Να δέχομαι τις προσβολές του καθενός. Να κυκλοφορώ με βρώμικα ρούχα. Ήθελα να επιστρέψω όμως… ντρεπόμουν. Ντρεπόμουν πολύ. Όμως δεν άντεχα άλλο να ζω μακριά σας. Γι αυτό πήρα την απόφαση και ήρθα. Δεν ζητώ τίποτα. Ούτε μερίδιο από την περιουσία. Δεν με ενδιαφέρουν πια τα πλούτη μόνο να είμαι μαζί σας.  Μου λείψατε! Όμως, αφού είμαι ανεπιθύμητος θα φύγω Γιώργο… (σηκώνεται) Πάντως, χάρηκα που είστε όλοι καλά.
ΓΙΩΡΓΟΣ: Ούτε καν στον γάμο της αδερφής μας δεν ήσουν!                                                                                                           
ΒΑΣΙΛΗΣ: (ξαφνιάζεται) Παντρεύτηκε η Μαρία; Η μικρή μας Μαρία κι εγώ… (κατεβάζει το κεφάλι και κάνει να φύγει)                                                                ΓΙΩΡΓΟΣ: (του κλείνει τον δρόμο) Στάσου! Δεν με νοιάζουν τα λεφτά. Δεν είναι αυτά που φέρνουν την ευτυχία. (τον πιάνει από τα μπράτσα) Αυτό που δεν μπορώ να σου συγχωρέσω είναι ότι μας εγκατέλειψες! Τα βράδια πολλές φορές κοιτούσα το άδειο κρεβάτι απέναντί μου κι έκλαιγα σαν μωρό.  Σαν την παραβολή με τον Άσωτο υιό που μας έλεγε ο πατέρας! (τον αγκαλιάζει) Σιγά μην σε ξαναφήσω να φύγεις ποτέ!
                                                                     
              

                                                         ΤΕΛΟΣ