Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Χιονισμένες Κεραμάτες

Θυμάμαι που πέρυσι οι Κεραμάτες είχαν ντυθεί στα λευκά! 

 Σωστή νυφούλα ήταν.

 Όχι, δεν την παντρεύαμε.

Απλά είχε θελήσει και αυτή, έστω για λίγο, να βγάλει το μονότονο πράσινο φουστανάκι της και να βάλει το άλλο, το λευκό... Ούτε που θυμάται κι αυτή από πότε είχε να το ξαναφερέσει!


Δεν ξέρω αν της πήγαινε.



 Η αλήθεια είναι ότι αλλιώς την έχουμε συνηθίσει... 




 Όπως και να έχει εμείς την αγαπάμε και ας κάνει κάπου κάπου τα σκέρτσα της!



Λέτε και φέτος να κάνει τα ίδια; Λες!

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

H νέα γέφυρα Άρτα (τρίγωνο) – Κεραμάτες

Πώς θα είναι η νέα γέφυρα Άρτα (τρίγωνο) – Κεραμάτες...

Ο προϋπολογισμός του έργου είναι 6,5 εκατ. ευρώ. 
Άλλες τρεις υπάρχουν τέτοιες στον κόσμο διότι θα έχει μήκος 160 μέτρα και δεν θα προβλέπει καθόλου βάθρο μέσα στην κοίτη!
Όλος ο φορέας της γέφυρας θα στηρίζεται μόνο στα δυο ακριανά βάθρα και με πλέγμα χιαστί που θα επιτρέπει την στήριξη φορτίων, βάση νέων προδιαγραφών.


 Το συνολικό πλάτος της γέφυρας θα είναι 16 μέτρα, προβλέποντας διέλευση διπλής κατεύθυνσης, πεζοδρόμια, δρόμο διέλευσης ποδηλάτων και φωτισμό.



Επίσης, θα γίνει η παράκαμψη του ιστορικού γεφυριού προκειμένου να πεζοδρομηθεί ο χώρος γύρω από την ιστορικό γεφύρι. Η παράκαμψη της κυκλοφορίας θα γίνει στο σημείο της πρώην ΕΒΕΠ, (στο δρόμο προς Κεραμάτες) με δρόμο μήκους 800 μέτρων που θα βγάζει μπροστά από το Lidl στους Κωστακιούς. Εκεί θα υπάρχει ισόπεδος κυκλικός κόμβος που θα οδηγεί σ’ όλες τις κατευθύνσεις.
Το κόστος, του συγκεκριμένου έργου είναι περίπου 1 με 1,5 εκατ. ευρώ.

Αρτινά έθιμα


 Το έθιμο της Μπαρμπαρούσας: Στο Πέτα της Άρτας, τους θερινούς μήνες που έβρεχε ελάχιστα ή καθόλου και υπήρχε κίνδυνος να καταστραφούν οι σοδειές, οι άνθρωποι σκαρφίζονταν αυτό το αστείο έθιμο για να φέρουν βροχή. Ένας άνθρωπος ντυνόταν με ψάθες, φτέρες, μυρτιές και ότι άλλο διαθέτει η φύση. Μετά τον έδεναν με ένα σχοινί και τον γύριζαν στις γειτονιές του χωριού. Οι χωρικοί τον ακολουθούσαν με κανάτια νερό, τα οποία άδειαζαν επάνω του. Το ίδιο έκαναν και οι νοικοκυρές όταν περνούσε έξω από τα σπίτια τους. Το νερό που έριχναν πάνω στις φτέρες της «Μπαρμπαρούσας» (έτσι ονόμαζαν το μασκαρεμένο άνθρωπο) συμβόλιζε το νερό της βροχής που θα έπεφτε για να ποτίσει τα δέντρα και τις καλλιέργειες των κατοίκων. Κάποιοι, αντί για νερό πετούσαν χρήματα και η «Μπαρμπαρούσα» πηδούσε ψηλά και τα έπιανε.


  
Σκυλοκούνια: Tην Καθαρά Δευτέρα στην Καμπή Άρτας λάμβανε χώρα ένα έθιμο του οποίου οι ρίζες χάνονται μέσα στα χρόνια και έχει τουρκική προέλευση. Οι κάτοικοι του χωριού έπαιρναν ένα άγριο σκυλί και το τοποθετούσαν σε ένα αυτοσχέδιο μηχανισμό, πάνω από μια λακκούβα με νερό και το γύριζαν κυκλικά μέχρι να πέσει μέσα στη λακκούβα. Με αυτό το έθιμο οι άνθρωποι πίστευαν ότι προστάτευαν τα σκυλιά από την ασθένεια της λύσσας και πως ο σκύλος που έπαιρνε μέρος στη σκυλοκούνια δε θα ερχόταν ποτέ σε επαφή με την ασθένεια. Το έθιμο, λόγω της ιδιαιτερότητας του, έχει σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια.
 

  Λεχνικό: Ένα από τα παλιότερα έθιμα στα χωριά της Άρτας.  Όταν γεννούσε μια γυναίκα και πριν ακόμη κλείσει 40 ημέρες, οι συγγενείς και οι γείτονες κάνανε μια επίσκεψη στην γυναίκα που είχε γεννήσει (λεχώνα) για να δουν το μωρό και να του δώσουν ευχές και να το ασημώσουν (το ασήμωμα γινόταν με κάποιο κέρμα) και για να πάνε φαγητό στη λεχώνα, το οποίο συνήθως ήταν ένας κόκκορας. Η έλλειψη ψυγείου τους ανάγκαζε να πάνε τον κόκκορα ζωντανό και όχι σφαγμένο.
 

 Το αμίλητο νερό: Τα παλαιότερα χρόνια, το πρωί των Χριστουγέννων, οι νοικοκυρές πριν ξημερώσει, πηγαίνανε σε κάποια ξένη βρύση και έκλεβαν νερό και έλεγαν: «όπως τρέχει το νερό στη βρυσούλα μου, έτσι να τρέχει και η σοδιά μου». Το «αμίλητο νερό» όπως το έλεγαν πήρε την ονομασία του επειδή η νοικοκυρά κατά τη διαδρομή δε μιλούσε σε κανέναν. Από το νερό αυτό έπιναν όλοι για το καλό του σπιτιού. Η γυναίκα πηγαίνοντας στην βρύση έπαιρνε μαζί της διάφορα εδέσματα για να «ταΐσει τη βρύση», όπως έλεγαν. Στην πραγματικότητα το έκαναν για να πάρει αυτά τα εδέσματα κάποιος φτωχός που δεν μπορούσε να απολαύσει τα Χριστουγεννιάτικα φαγητά.
 

  Tο αναμμένο πουρνάρι: Σε πολλά χωριά της Άρτας υπάρχει η συνήθεια κατά τη διάρκεια των εορτών, όταν κάποιος πηγαίνει να επισκεφθεί τα αγαπημένα του πρόσωπα να κρατά ένα κλαρί από πουρνάρι το οποίο ανάβει στο δρόμο. Το έθιμο συμβολίζει του βοσκούς, οι οποίοι το βράδυ της Γέννησης του Ιησού, πήγαν να προσκυνήσουν το Θείο βρέφος και για να φωτίσουν το δρόμο τους, έκοψαν κλαδιά από πουρνάρι και τα άναψαν.
 

 Το έθιμο της φωτιάς στην Αγία Θεοδώρα: Ενορίτες και παιδιά της Αγίας Θεοδώρας Άρτας, ανάβουν μια μεγάλη φωτιά στο προαύλιο της εκκλησίας, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης κατά τη διάρκεια του πέμπτου Ευαγγελίου. Τα παλαιότερα χρόνια, τα παιδιά πήγαιναν στον ποταμό Άραχθο και μάζευαν τα ξύλα που κατέβαζε ο ποταμός και με αυτά άναβαν τη φωτιά. Το έθιμο συμβολίζει τις φωτιές που άναψαν οι μαθητές του Ιησού, μπροστά από το Κυβερνείο του Πόντιου Πιλάτου, το βράδυ της σύλληψης.


  Τα Λαζαρούδια: Tο Σάββατο του Λαζάρου, σε πολλά χωριά της Ηπείρου, τα παιδάκια γύριζαν σε
μικρές ομάδες και έλεγαν το "Λάζαρο". Υπήρχε ολόκληρη ιεροτελεστία. Το πρωί τα παιδάκια με τη βοήθεια της μητέρας τους στόλιζαν τα καλαθάκια τους με λουλούδια όπως κρίνα και τριαντάφυλλα και στο εσωτερικό τοποθετούσαν πράσινα φύλλα ή χορταράκια. Στη συνέχεια βγαίνανε στους δρόμους και πηγαίνανε στα σπίτια όπου οι άνθρωποι του έδιναν αυγά (σημαντικό δώρο τα παλαιότερα χρόνια), γλυκά, καραμέλες και χρήματα.

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Σχολικά θεατρικά ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ

 ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ                                     


                      ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ  ΜΕ  ΤΑ  ΣΠΙΡΤΑ
                                                    
  
     Διασκευή του γνωστού παραμυθιού του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
 « Το κοριτσάκι με τα σπίρτα »

Παίζουν:   ΑΦΗΓΗΤΗΣ, ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ, ΜΑΜΑ, ΔΗΜΟΣ, ΠΑΝΤΕΛΗΣ, ΔΑΣΚΑΛΟΣ, ΜΕΝΕΛΑΟΣ, ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΚΩΝ/ΝΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΣ, ΣΩΤΗΡΗΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ
Σκηνικά-υλικά:  Χριστ. δέντρο, ξυλόσομπα, κερί, τραπεζάκι τραπεζομάντηλο με πιάτα, μεγάλα σπίρτα ή στικ πυροτέχνημα τούρτας γενεθλίων, καπέλο- ομπρέλα (δασκάλου), σακούλες για ψώνια και χάρτινες συσκευασίες δώρων, κιθάρα, μπαλόνια
Χρονολογική τοποθέτηση:   εποχής ή σύγχρονο
Μουσική επένδυση:   ηχητικά εφέ (άνεμος, όνειρο, θόρυβος πόλης), θλιμμένη μουσική προτείνεται: (www.youtube.com/watch?v=hlsbTcPxZPc )
*Η μουσική είναι πολύ σημαντική για το συγκεκριμένο θεατρικό.
Θεατρική διασκευή:  Λεωνίδας Κωστής (εκπ/κός)


                            ΜΟΥΣΙΚΗ(άνεμος)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:    Έκανε κρύο, πολύ κρύο! Το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα. Το φως της ημέρας άρχισε σιγά σιγά να χάνεται κι αυτό. Σε λίγες ώρες θα άλλαζε ο χρόνος. Μέσα σε αυτόν τον  χιονιά, την παγερή εκείνη νύχτα, ένα φτωχό κοριτσάκι περπατούσε στο δρόμο μόνη. Δεν φορούσε όμορφα και ζεστά ρούχα όπως τα άλλα παιδιά. Ούτε σκούφο, ούτε  γάν
τια.  Στο χέρι του κρατούσε ένα κουτί με σπίρτα. Μα εκείνη την ημέρα, παραμονή πρωτοχρονιάς, ποιος είχε το νου του να αγοράσει σπίρτα;
                                             ανοίγει η αυλαία
                        ΜΟΥΣΙΚΗ (θόρυβος πόλης)                                                          
(Κόσμος πάει κι έρχεται. Μια παρέα παιδιών τρέχοντας την παρασύρουν, πέφτει κάτω και στην αναμπουμπούλα χάνει τις παντόφλες της)
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: (αναστατωμένη ψάχνει) Οι παντόφλες μου… οι παντόφλες μου! Πού είναι οι παντόφλες μου; (δεν τις βρίσκει ποτέ)
                       ΜΟΥΣΙΚΗ (δραματική μουσική)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Το κορίτσι έχασε τις παντόφλες της. Οι ίδιες παλιές παντόφλες που τις φορούσε κάποτε η μακαρίτισσα η μητέρα της. Δεν την είχε γνωρίσει ποτέ. Βάδιζε ξυπόλυτη. Τα πόδια της ήταν από το κρύο παγωμένα, μελανιασμένα. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, άλλοι βιαστικοί λόγω του ψύχους και άλλοι αργά χαζεύοντας τις στολισμένες βιτρίνες των καταστημάτων ενώ, κάποιοι άλλοι, πραγματοποιούσαν τα τελευταία τους ψώνια για να ετοιμάσουν το γιορτινό τραπέζι και να υποδεχτούν με χαρά τον καινούριο χρόνο.
                      ΜΟΥΣΙΚΗ (θόρυβος πόλης)
ΜΑΜΑ:  (Κρατά πολλές τσάντες στα χέρια). Δήμο, Δήμο! Πού πήγε το ευλογημένο; Δήμο!
ΔΗΜΟΣ:  Εδώ είμαι μαμά!                                                      
ΜΑΜΑ:  Σου είπα να μην απομακρύνεσαι; Με τόσο κόσμο τριγύρω θα σε χάσω… Έλα να τελειώνουμε. Έχω κουραστεί να τρέχω από μαγαζί σε μαγαζί.
ΔΗΜΟΣ:   Αν δεν μου πάρεις το τρενάκι να ξέρεις εγώ δεν φεύγω. Μου το υποσχέθηκες εσύ αλλά και ο μπαμπάς!                                                     
ΜΑΜΑ: Γιατί μουτρώνεις; Πριν λίγο καιρό δεν σου πήραμε τα μαλυβένια στρατιωτάκια; Θα σταματήσεις επιτέλους συνέχεια να ζητάς; Θέλω τούτο, θέλω το΄άλλο…
ΔΗΜΟΣ:   Λες ψέματα. Ο παππούς μου αγόρασε τα στρατιωτάκια! Θέλω το τρενάκι…                                                     
ΜΑΜΑ:  Έλα έλα… άσε τη γκρίνια και προχώρα. Θα σου το πάρω. Θεέ μου! ποτέ δεν ευχαριστιέται αυτό το παιδί.                                                    
ΠΑΝΤΕΛΗΣ:  Άσπρα κόκκινα μπαλόνια, για παιχνίδι και στα χιόνια, όμορφα γερά μπαλόνια, θα τα έχετε για χρόνια… Δώρο πάρτε τα στους άλλους, σε μικρούς και σε μεγάλους. Μπαλόνια…
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: (Φορά καπέλο και κρατά ομπρέλα στα χέρια) Καλησπέρα Μενέλαε! Χρόνια πολλά! Σε βλέπω λιγάκι βιαστικό;                                                     
ΜΕΝΕΛΑΟΣ:  Χρόνια πολλά δάσκαλε. Έψαξα σε τόσα κρεοπωλεία και ακόμα δεν μπόρεσα να βρω γαλοπούλα. Στο τέλος ούτε κότα δεν θα βρω! Η αλήθεια είναι ότι αμέλησα… Έπρεπε να την είχα πάρει από χθες. Ποιος ακούει τώρα τη γυναίκα μου!
ΔΑΣΚΑΛΟΣ:  Κοίταξε και στον Ευάγγελο τον χασάπη. Αυτός ποτέ δεν ξεμένει. Και να μην έχει στο μαγαζί θα σου βρει αυτός. Προσοχή μη σε γελάσει στο ζύγι! Τους χαιρετισμούς μου στην σύζυγο.
ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ευχαρίστως δάσκαλε. Τρέχω… τρέχω τώρα μήπως και προλάβω. Καλή Πρωτοχρονιά!
                     ΜΟΥΣΙΚΗ (Άγια νύχτα)
ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ: (παίζει κιθάρα) Τη μέρα της Πρωτοχρονιάς, χίλιες ευχές χαρίζω, κι ο χρόνος τούτος να σας βρει, χαρούμενους ελπίζ!. Ο νέος Χρόνος εύχομαι, πολλές χαρές να δώσει, κι αν ήταν λίγες του παλιού, να μας τις συμπληρώσει!          
                     ΜΟΥΣΙΚΗ (θόρυβος πόλης)                                                        
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ:  Τι κρύο και τούτο. Παγώσανε τα χέρια μου!
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: (κρατά δώρα στα χέρια) Και να σκεφτείς το βράδυ θα πέσει ακόμη περισσότερο η θερμοκρασία! Έτσι είπε ο  κουμπάρος μου ο Κωσταντής  που δεν πέφτει ποτέ έξω στις προβλέψεις του για τον καιρό.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ:  Περισσότερο;                                                 
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: θα είναι από τις πιο κρύες Πρωτοχρονιές των τελευταίων ετών.                                                                                                       
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ:  Εδώ και τρεις μέρες το τζάκι στο σπίτι δεν σταμάτησε στιγμή να καίει, πρωί βράδυ! Βάζω ξύλα, ξαναβάζω και το αναθεματισμένο το σπίτι δεν λέει να ζεσταθεί με τίποτα.                                                    
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Κι εγώ με την ξυλόσομπα τα ίδια… Με μέτρο τα ξύλα Ευάγγελε. Ο χειμώνας μόλις τώρα ξεκίνησε! 
                                                                                                             
ΝΙΚΟΛΑΣ:  Πήγαινε πιο πέρα κοριτσάκι μου. Δε βλέπεις εμποδίζεις τους πελάτες μου. Πήγαινε αλλού να πουλήσεις! Αυτές τις μέρες περιμένουμε να κάνουμε κι εμείς λίγο τζίρο…  Μία ο ένας με τα ζαχαρωτά, μία ο άλλος με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, μία αυτή με τα σπίρτα… Είναι να μη θυμώνω; (Γυρνώντας σηκώνει αγανακτισμένα τα χέρια). Κι αυτή μπρος την είσοδο!
ΣΩΤΗΡΗΣ: Τι είπες ότι σου πήρανε; (και οι τρεις τους κρατούν κουλουράκια στα χέρια)
ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ: Ένα κόκκινο ποδήλατο. Έχει μπρος και πίσω μεγάλα φανάρια. Έχει και δυο καθρέφτες στο τιμόνι. Α! και καλαθάκι. Το βάλανε στην αποθήκη για να μου κάνουν έκπληξη. Εγώ όμως μπήκα κρυφά και το είδα! Μάλλον σήμερα το βράδυ θα μου το δώσουνε… Πώς το περιμένω!
ΓΙΑΝΝΗΣ:  Εμένα ένα ξύλινο πατίνι. Πατίνι τους ζήτησα. Ποδήλατο έχω αλλά το βαρέθηκα. Μου το είχε πάρει πέρυσι ο παππούς μου δώρο στη γιορτή μου. Σαν τι άλλο να ζητούσα; Στον αδερφό μου του πήρανε ένα ξύλινο καράβι με λευκά πανιά. Έχει και κανόνια για τους πειρατές…
 ΣΩΤΗΡΗΣ:  Και ποδήλατο έχω και πατίνι. Τους ζήτησα έναν σκυλάκι. Ένα άσπρο μαλλιαρό σαν του Αλέξανδρου... Τελικά μου πήρανε ρούχα! Καινούριο παλτό και πουκάμισο. Α! και δυο βιβλία. Ούτε που τα άνοιξα. Το ένα νομίζω λέγεται «ο γύρος του κόσμου σε 50 μέρες»…
ΓΙΑΝΝΗΣ:  Σε 60 μέρες βρε χαζέ!                                                     
ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ:  Α! είστε και οι δυο πέρα βρέχει! Σε 90 μέρες. «Ο γύρος του κόσμου σε 90 ημέρες» είναι ο τίτλος.                                                     
ΣΩΤΗΡΗΣ:  Ας είναι και 100 μέρες! Τα βιβλία να τα διαβάσουν μόνοι τους! Άκου βιβλία! Δε μου φτάνανε αυτά του σχολείου! (συμφωνούν όλοι τους κουνώντας το κεφάλι)                                                            
 (Σιγά σιγά βγαίνουν όλοι από τη σκηνή. Μένει μόνη της)                                                                                        
                             ΜΟΥΣΙΚΗ (δραματική μουσική)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Νύχτωσε για τα καλά και δεν είχε πουλήσει ούτε ένα κουτί σπίρτα! Πεινασμένη, να τρέμει από το κρύο, συνέχισε να περιπλανιέται στους δρόμους απελπισμένη, ενώ οι άσπρες νιφάδες του χιονιού συνέχισαν να μπλέκονται στα μαύρα μαλλιά της. Κανένας δεν της έδινε σημασία. Οι αυλές και τα παράθυρα ήταν φωταγωγημένα και από όλα σχεδόν τα σπίτια βγαίναν γλυκές μυρωδιές από λαχταριστές λιχουδιές. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς.
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: Βασιλόπιτα! (Πήρε μια βαθιά ανάσα).                                                           
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:  Βρήκε μία γωνιά απάνεμο ανάμεσα σε δύο σπίτια. Εκεί πήγε και κάθισε, κουρασμένη. Κουλουριάστηκε στην άκρη. Έτριψε τα χέρια, τα πόδια, το κορμί της να ζεσταθεί. Μάταια…  Έτρεμε από το κρύο και το σκοτάδι τη φόβιζε.
                             ΜΟΥΣΙΚΗ (άνεμος)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:  Όσο περνούσε η ώρα πάγωνε ακόμα περισσότερο και δεν τολμούσε να γυρίσει σπίτι της. Δεν είχε πουλήσει ούτε ένα σπίρτο, ούτε ένα και ο πατριός της χωρίς άλλο θα την έδερνε. Και στο κάτω-κάτω και στο φτωχόσπιτό τους το κρύο δεν ήταν λιγότερο. Δεν είχαν θέρμανση και η σκεπή ήταν χαλασμένη. Η βροχή και ο παγωμένος αέρας έμπαινε τσουχτερός από τις χαραμάδες κι ας τις είχαν καλύψει με χαρτόνια και σανίδια. Τα χέρια της είχαν παγώσει από το κρύο. 
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: Αν άναβα ένα σπίρτο… Ένα μονάχα! Ο πατέρας δε θα δει που λείπει. Με τη φλόγα του θα ζέστανα τα δάχτυλά μου.                                                   
(Διστάζει…Τελικά βγάζει ένα σπίρτο και το ανάβει. Ενθουσιάζεται!) Τι όμορφη φλόγα και πόσο ζεστή… Πόσο παράξενη είναι!                  
                        ΜΟΥΣΙΚΗ  (όνειρο)                                                      
ΑΦΗΓΗΤΗΣ:  Φαντάστηκε πως καθόταν εμπρός στο τζάκι! Η φωτιά έκαιγε τόσο όμορφα και η ζέστη που σκόρπιζε ήταν τόσο δυνατή! Άπλωσε το χέρι της να το ζεστάνει όταν ξαφνικά… η φλόγα έσβησε μονομιάς.  Η φωτιά έγινε άφαντη και το κορίτσι έμεινε εκεί κρατώντας το καμένο ξυλαράκι του σπίρτου!  Άναψε και δεύτερο σπίρτο…
                       ΜΟΥΣΙΚΗ  (εφέ όνειρο)
 και η φλόγα έπεσε σε ένα μέρος του τοίχου κι ο τοίχος άρχισε να χάνεται και φάνηκε η τραπεζαρία που ήταν από πίσω. Το τραπέζι ήταν στρωμένο, το τραπεζομάντιλο καθαρό, κατάλευκο. Τα πιάτα ήταν μεγάλα από πορσελάνη. Τα μαχαιροπίρουνα αστράφτανε.  Στη μέση μοσκοβολούσε η ψημένη γαλοπούλα! Ξαφνικά  η γαλοπούλα τινάχτηκε από την πιατέλα, πήδηξε στο πάτωμα και με ένα σάλτο έφθασε εμπρός στο κορίτσι και ύστερα… χάθηκε. Η φλόγα έσβησε και έμεινε μονάχα ο κρύος τοίχος.  Το κορίτσι άναψε και τρίτο…
                           ΜΟΥΣΙΚΗ (εφέ όνειρο)
και τότε βρέθηκε μπρος σε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, πολύ μεγαλύτερο και πιο όμορφο, από εκείνο που είδε το πρωί από το παράθυρο σε ένα πλούσιο σπίτι. Χίλια κόκκινα κεράκια έφεγγαν πάνω στα πράσινα κλαδιά. Από παντού κρέμονταν μεγάλα πολύχρωμα ζαχαρωτά, χρυσές μπαλίτσες, παιχνίδια, χριστουγεννιάτικα στολίδια και δώρα. Το κοριτσάκι άπλωσε τα χέρια του να πιάσει ένα μα το σπίρτο έσβησε ξαφνικά. Οι χίλιες χριστουγεννιάτικες φλόγες ανέβηκαν ψηλά, πολύ ψηλά, ώσπου έφτασαν στον ουρανό και έγιναν άστρα. Ένα από αυτά γλίστρησε και έπεσε ξανά στη γη αφήνοντας μία φωτεινή μακριά ουρά πίσω του.
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: Κάποιος πέθανε!
                                                   
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Η γιαγιά της, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που την αγαπούσε αληθινά, την χάιδευε και την πρόσεχε, μα είχε πεθάνει κι εκείνη, της είχε πει: «Όταν ένα αστέρι πέφτει, ανεβαίνει μία ψυχή στον ουρανό! »
Άναψε ακόμη ένα σπίρτο...
                      ΜΟΥΣΙΚΗ  (εφέ όνειρο)
Μία λάμψη  σκορπίστηκε ολόγυρα. Μπρος της στεκόταν η γιαγιά! Η καλή της γιαγιά. Το φόρεμά της έλαμπε. Και στην καρδιά είχε ένα χρυσό αστέρι.  Κρατούσε ένα λευκό κεράκι που φώτιζε το πρόσωπό της και το έκανε ακόμη πιο φωτεινό και γλυκό. Γεμάτο αγάπη.
ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ: Γιαγιά! Πάρε με μαζί σου, γιαγιά! Ξέρω πως θα γίνεις άφαντη όταν καεί το σπίρτο, όπως χάθηκε η ζεστή φωτιά, η ψητή γαλοπούλα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα χίλια κεράκια. Μείνε, μείνε, σε παρακαλώ ή… πάρε με μαζί σου!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Το κορίτσι βιαστικά άναψε ακόμη ένα σπίρτο και ύστερα κι άλλο κι όλο το κουτί για να κρατήσει πιο πολύ τη γιαγιά και το φως ήταν τόσο ζωηρό που έγινε μέρα. Η γιαγιά δεν ήταν πια χλωμή και ταλαιπωρημένη, όπως όταν πέθανε. Είχε μεταμορφωθεί ολότελα. Ήταν όμορφη και χαμογελαστή…
                          ΜΟΥΣΙΚΗ  (δραματική μουσική)

(Το κοριτσάκι απλώνει τα χέρια προς τη γιαγιά. Το ίδιο κάνει και η γιαγιά. Πλησιάζει η μία την άλλη. Τα χέρια συναντιούνται. Η γιαγιά την οδηγεί έξω από την σκηνή)
                                             (κλείνει η αυλαία)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Πήρε το κορίτσι στην αγκαλιά της και πέταξαν οι δυο τους ψηλά. Εκεί που είναι  το φως και η χαρά. Πέταξαν πολύ ψηλά εκεί που δεν κάνει ποτέ κρύο, ούτε υπάρχει πείνα, ούτε πόνος και λύπη…
                                             (ανοίγει η αυλαία)                                                 
(το κορίτσι είναι ξαπλωμένο στο πάτωμα. Στο χέρι της κρατά το τελευταίο σπίρτο. Γύρω της έχουν μαζευτεί περαστικοί. Κάποιοι κοντοστέκονται λίγο και φεύγουν)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Το πρωί οι περαστικοί βρήκαν στη γωνιά του δρόμου το άψυχο κορμί του κοριτσιού. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα και έμοιαζε να χαμογελά... Στα παγωμένα της δάχτυλα κρατούσε, το τελευταίο  καμένο σπίρτο! Κάποιοι λυπήθηκαν γιατί είχαν δει και χθες το κοριτσάκι να τριγυρνά μόνη στο δρόμο πουλώντας σπίρτα. Σκέφτηκαν πως… αν είχαν αγοράσει σπίρτα… το κοριτσάκι ίσως… Τώρα είναι αργά! Κάποιοι άλλοι απλά κούνησαν το κεφάλι και συνέχισαν το δρόμο τους. Κανείς τους όμως δεν ήξερε πόσα ωραία πράγματα είχε δει το κορίτσι την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Δεν ήξεραν ότι τώρα ήταν ασφαλή στην ζεστή γεμάτη αγάπη αγκαλιά της γιαγιάς της. Δεν ήξεραν πόσο χαρούμενη κι ευτυχισμένη ήταν πια…  Δεν ήξεραν!


                                                      ΤΕΛΟΣ

Σχολικά θεατρικά ΚΟΚΚΙΝΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ  ΘΕΑΤΡΙΚΟ

                  ΚΟΚΚΙΝΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ


Παίζουν: ΧΡΗΣΤΟΣ, ΠΕΤΡΟΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ, ΝΙΚΟΣ, ΦΑΝΗΣ, ΖΟΡΑΝ, ΑΝΤΡΑΣ, ΜΑΡΙΝΑ, ΔΩΡΑ, ΝΕΦΕΛΗ, ΜΑΜΑ, ΓΡΙΟΥΛΑ
Σκηνικά: α) Μέσα στο σπίτι: ( χριστουγεννιάτικο δέντρο, τραπεζάκι με τρεις καρέκλες, ανθοδοχείο) β) στη γειτονιά
Κουστούμια - εξοπλισμός: (σκούφοι, κασκόλ, ποδιά και ξεσκονόπανο (για τη μαμά), τρίγωνα, ένας κουμπαράς.
Μουσική επένδυση: Χριστουγεννιάτικη μουσική, γαβγίσματα, κουδούνι πόρτας
Εποχής: Σύγχρονο
Συγγραφέας: Λεωνίδας Κωστής (εκπ/κός)



                                               σκηνή 1 (στο σπίτι)
( Βρίσκονται μέσα στο σπίτι. Τα παιδιά κάθονται και άλλα περιεργάζονται το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η μαμά κρατά ένα πανάκι και καθαρίζει το τραπέζι)
ΧΡΗΣΤΟΣ (κοιτάζει το ρολόι του) Ας μου έλεγε κάποιος πώς τα καταφέρνει πάντα ο Νίκος κι αργεί!
ΠΕΤΡΟΣ Λέτε να μην τον ξύπνησαν οι γονείς του;
ΒΑΣΙΛΗΣ Εγώ λέω να φύγουμε. Αρκετά τον περιμέναμε.
ΜΑΜΑ Καλά μην κάνετε έτσι. Πριν λίγο ξημέρωσε. Έχετε ώρες μπροστά σας.
ΑΓΓΕΛΟΣ Είναι να προλάβουμε κυρία Βάσω να τα πούμε πρώτοι. Οι πρώτοι παίρνουν τα χοντρά και οι τελευταίοι ότι ψιλό απομείνει!

(Χτυπά το κουδούνι της πόρτας.)
ΝΕΦΕΛΗ Αυτός θα είναι. (Τρέχει και ανοίγει)
ΝΙΚΟΣ (Μπαίνει βιαστικός και λαχανιασμένος) Καλημέρα παιδιά! Καλημέρα κυρία Βάσω!                                                                    
ΒΑΣΙΛΗΣ (Άγρια) Μήπως θυμάσαι τι ώρα είχαμε πει να συναντηθούμε;
ΝΙΚΟΣ Καλά, καλά μη γκρινιάζεις κι εσύ. Όχου! Είχα τη μάνα μου πρωί πρωί... Και πρόσεξε τα αυτοκίνητα και ντύσου καλά και να μη χτυπάτε σε άγνωστους και να μη μπαίνετε μέσα στα σπίτια... Ουφ... Δεν την αντέχω άλλο.
ΑΓΓΕΛΟΣ Κι εμένα τα ίδια μου έλεγε!
ΦΑΝΗΣ Κι εμένα!
ΠΕΤΡΟΣ Τελικά όλες ίδιες είναι οι μανάδες! ( Η κ. Βάσω κουνά το κεφάλι.) Είμαστε έτοιμοι;
ΟΛΟΙ Έτοιμοι!
ΠΕΤΡΟΣ Ξεκινάμε.
ΜΑΜΑ Εεε! Πού πάτε; Τα τρίγωνά σας! Προσοχή στον δρόμο... να μη χτυπάτε σε αγνώστους και να μη μπαίνετε μέσα σε σπίτια... Πέτρο, από το χέρι τη Νεφέλη... Στο καλό παιδιά!
ΠΕΤΡΟΣ Τι σας έλεγα!

                                           Σκηνή 2 (στον δρόμο)
(Προχωρούν στο δρόμο. Σταματούν σε ένα σπίτι.)
ΟΛΟΙ Να τα πούμε;
(Εμφανίζεται στην πόρτα μια γριούλα).
ΧΡΗΣΤΟΣ Γιαγιούλα να τα πούμε;
ΓΡΙΟΥΛΑ Και το ρωτάτε καλά μου!
(Λένε τα κάλαντα )
ΓΡΙΟΥΛΑ Να με συμπαθάτε δεν έχω χρήματα να σας δώσω. Πάρτε όμως μελομένες καραμελίτσες. (Τους μοιράζει καραμέλες) Έτσι να είναι και η ζωή σας, γλυκιά, σαν το μέλι της μέλισσας. Χαρούμενη κι ανέμελη σαν τα πουλάκια που γεννιούνται την άνοιξη. Όμορφη, γεμάτη χρώματα, σαν τα φθινοπωρινά χρυσάνθεμα. Να είστε αγέραστοι και δυνατοί σαν τις ψηλές βουνοκορφές που δεν φοβούνται χιόνι. Χρόνια πολλά παιδιά μου! Εύχομαι όλες οι επιθυμίες σας να πραγματοποιηθούν.
ΦΑΝΗΣ Ωραία αρχή κάναμε... (Κοιτάζει τον κουμπαρά) Με γλυκόλογα κι ευχές δε γεμίζει ο κουμπαράς!
                                                                    
(Πάνε σε άλλο σπίτι.)
ΟΛΟΙ Να τα πούμε; (Λένε τα υπόλοιπα κάλαντα)
ΦΩΝΗ Και του χρόνου παιδιά!
ΧΡΗΣΤΟΣ (κουνάει τον κουμπαρά) Καλά τι τσιγκουνιά τους έχει πιάσει όλους φέτος!
ΦΑΝΗΣ Έχουμε πάει σε πάνω από είκοσι σπίτια και θα ΄ναι δεν θα ΄ναι 30 ευρώ!

(Πιο πέρα συζητά η Δώρα με τον Άγγελο)
ΑΓΓΕΛΟΣ Έτσι που πάμε ούτε τυρόπιτα δεν θα μπορέσουμε να πάρουμε.
ΔΩΡΑ Ο πατέλας μου λέει ότι πελνάμε κλίση. Μεγάλη κλίση.
ΑΓΓΕΛΟΣ Και τι θα πει κρίση;
ΔΩΡΑ Ακλιβώς δεν ξέλω, άκουσα όμως να λέει ο μπαμπάς στη μαμά ότι παλιά τον μισθό του τον μοιλάζονταν στα δύο με τη μαμά μου. Τώρα λέει τον μοιλάζεται στα τλία. Ο μπαμπάς η μαμά και η εφολία.
ΑΓΓΕΛΟΣ Εφορία την λένε; Περίεργο όνομα. Θεία σου είναι;
ΔΩΡΑ Δεν την έχω δει ποτέ. Δεν ξέλω! Πρέπει να είναι πολύ χοντλή, γιατί άκουσα τον πατέλα μου να λέει ότι είναι αχόλταγη και θα μας φάει και το σπίτι αν δεν κάνουμε, πώς το είπε... (σκέφτεται) λύθμιση χλεών.
ΑΓΓΕΛΟΣ Ρε χαζή το σπίτι τρώγεται; Δεν τρώγεται! Θα σπάσει τα δόντια της! (Γελάει)
ΔΩΡΑ Αν τη βλω πουθενά, έτσι... θα την ξεμαλλιάσω!

ΦΑΝΗΣ Εσείς τα μικρά τι λέτε εκεί πίσω και καθυστερείτε;
ΠΕΤΡΟΣ Ξέρω ένα μεγάλο σπίτι με πισίνα. Είναι λίγο μακριά μα αξίζει τον κόπο. Πρέπει να μένει κάποιος πλούσιος. Πάμε να χτυπήσουμε κι εκεί.
ΝΕΦΕΛΗ Η μαμά είπε να μην ξεμακρύνουμε...
ΠΕΤΡΟΣ Το ξέρω.
ΝΕΦΕΛΗ Μόνο γύρω από τη γειτονιά μας...
ΠΕΤΡΟΣ Το ξέρω. Θα τα πούμε και θα επιστρέψουμε.
ΝΕΦΕΛΗ Η μαμά...                                                                   
ΠΕΤΡΟΣ Θα σταματήσεις καμιά φορά; Ελάτε πάμε.
(Βγαίνουν όλοι από την σκηνή).

                                          Σκηνή 3 (στο σπίτι)
(Τα παιδιά βρίσκονται ξανά στον δρόμο)
ΠΕΤΡΟΣ (Δείχνει ένα σπίτι) Αυτό σας έλεγα.
ΧΡΗΣΤΟΣ Επιτέλους! Κάποιοι πρέπει να είναι μέσα. Βγαίνει καπνός από την καμινάδα.
ΒΑΣΙΛΗΣ Μοιάζει να μένουν ξωτικά εδώ παρά άνθρωποι.
ΝΕΦΕΛΗ Εγώ δεν μπαίνω!
ΔΩΡΑ Ούτε εγώ. Τα φοβάμαι τα ξωτικά! Έχουν απαίσιο πρόσωπο, με τέτοια... μάτια που λάμπουν στο σκοτάδι και τεράστια μυτερά αυτιά...
ΠΕΤΡΟΣ Και ορμάνε σε κάτι χαζά κοριτσάκια σαν εσάς και αφού πρώτα τα ζαχαρώσουν, τα κάνουν μια χαψιά!
ΔΩΡΑ Νεφέλη, αλήθεια... λέει ο αδελφό σου;
(Τα δυο κοριτσάκια φοβισμένα πάνε τελευταία)
ΟΛΟΙ Να τα πούμε; (Σιωπή) Να τα πούμε;
ΑΝΤΡΑΣ Όχι, μας τα είπανε.
ΠΕΤΡΟΣ Να σας τα ξαναπούμε τότε.
ΑΝΤΡΑΣ Να πάτε στο καλό. Έχει δουλειά το αφεντικό.
ΦΑΝΗΣ (Λέει με παράπονο στους άλλους) Και κάναμε τόσο κόπο να έρθουμε!
ΝΕΦΕΛΗ (Γυρίζει προς τον Πέτρο) Εγώ σου το είπα να μην έρθουμε.
ΠΕΤΡΟΣ Εσύ να σταματήσεις επιτέλους να γκρινιάζεις αλλιώς θα σε γυρίσω αμέσως σπίτι. (Γυρίζει προς τον άντρα) Τελικά να τα πούμε;
ΑΝΤΡΑΣ Είπα όχι. Τι δεν καταλαβαίνετε;
ΠΕΤΡΟΣ Εμείς θα τα πούμε κι ας μη μας αφήνετε να περάσουμε                        ΑΝΤΡΑΣ Α! Εσείς δεν βάζετε με τίποτα μυαλό! Αζόρ, Λίζα...
(Ακούγονται γαβγίσματα. Τα παιδιά τρέχουν πανικόβλητα πάνω στη σκηνή).
ΦΑΝΗΣ ( Κοιτάζει πίσω και μετά σταματά λαχανιασμένος..) Τον παλιοτσιγκούνη!
(Σταματούν όλοι λαχανιασμένοι)
ΜΑΡΙΝΑ Πέτρο, έχεις κι άλλη τέτοια χαζοιδέα μήπως;
ΝΕΦΕΛΗ Εγώ σου τα έλεγα...
ΠΕΤΡΟΣ Γιατί θεέ μου δεν την φάγανε τα σκυλιά; Να γλιτώσω επιτέλους από τη γλωσσού...

(Βγαίνουν από τη σκηνή εκτός από τον Χρήστο και την Μαρίνα που έχουν μείνει τελευταίοι. Ο Ζόραν μπαίνει στη σκηνή. Προχωρά αργά με σκυμμένο κεφάλι και κλαίει.)
ΧΡΗΣΤΟΣ Μαρίνα, εκείνο το παιδάκι γιατί κλαίει...
(Το πλησιάζουν)
ΜΑΡΙΝΑ Γιατί κλαις; Μήπως χάθηκες;
ΖΟΡΑΝ Όχι.
ΜΑΡΙΝΑ Μήπως χτύπησες;
ΖΟΡΑΝ Όχι.
ΧΡΗΣΤΟΣ Ε, τότε;
ΖΟΡΑΝ Δύο μεγάλα παιδιά μου αρπάξανε τον κουμπαρά.
ΧΡΗΣΤΟΣ Είχες μαζέψει πολλά χρήματα;
ΖΟΡΑΝ Όχι πολλά.
ΜΑΡΙΝΑ Αχ τους αλήτες! Καλά ηρέμησε. Δεν έπρεπε να βγεις μόνος για τα κάλαντα. Είσαι ακόμη μικρούλης.
ΖΟΡΑΝ Δεν είχα παρέα.
ΜΑΡΙΝΑ (Απευθύνεται στον Χρήστο) Μου έρχεται κρίμα ο μικρός. (Γυρίζει προς τον Ζόραν) Θέλεις να έρθεις μαζί μας;
ΖΟΡΑΝ Μαζί σας; Θέλω!                                                                   
ΧΡΗΣΤΟΣ Μόνο σταμάτα να κλαις γιατί μου θυμίζεις τον κλαψιάρη τον μικρό αδερφό μου. Με το παραμικρό ουα...ουα...
ΖΟΡΑΝ Εντάξει. (Σκουπίζει τα δάκρυά του)
ΜΑΡΙΝΑ Πώς σε λένε;
ΖΟΡΑΝ Ζόραν.
ΜΑΡΙΝΑ Εμένα Μαρίνα. Από πού είσαι;
ΖΟΡΑΝ Από τη Γιουγκοσλαβία.
ΜΑΡΙΝΑ Και η μαμά του Πέτρου από την Κροατία είναι. Έχεις καιρό στην Ελλάδα;
ΖΟΡΑΝ Εδώ γεννήθηκα εγώ. Ο αδερφός μου γεννήθηκε στο Βελιγράδι. Με περνά έξι χρόνια.
ΜΑΡΙΝΑ Μένεις εδώ κοντά.
ΖΟΡΑΝ Κοντά στην πλατεία με το συντριβάνι.
ΜΑΡΙΝΑ Α, ωραία! Εκεί μένει και ο Χρήστος. Θα γυρίσετε μαζί όταν τελειώσουμε τα κάλαντα. 
ΧΡΗΣΤΟΣ Βιαστείτε να προλάβουμε και τα άλλα παιδιά. (Φεύγουν τρέχοντας)


                                                     σκηνή 4
(Στη σκηνή βρίσκεται μόνο η Μαμά και μιλάει στο τηλέφωνο)
ΜΑΜΑ Όχι δεν επέστρεψαν ακόμη, δε χρειάζεται όμως να ανησυχείς. Ναι, ναι καταλαβαίνω... Έχω εμπιστοσύνη στον Πέτρο. Έλα κλείσε τα ακούω που έρχονται. Έλα, γεια... γεια!
(Επιστρέφουν και τα υπόλοιπα παιδιά από τα κάλαντα.)
ΜΑΜΑ Καλώς τα, καλώς τα! Πώς τα περάσατε;
ΝΕΦΕΛΗ Μαμά, ο Πέτρος...
ΠΕΤΡΟΣ Ναι, για λέγε... (Την κοιτάζει αγριεμένος)
ΝΕΦΕΛΗ Τίποτα!                                                                 
ΜΑΜΑ Έλα... μη μαλώνετε! (Τη χαϊδεύει στο κεφάλι) Πάω να σας φέρω κουραμπιέδες και νόστιμα μελομακάρονα.
ΝΙΚΟΣ Για να δούμε τι μαζέψαμε...

(Κάθονται σταυροπόδι σχηματίζοντας έναν μεγάλο κύκλο στο πάτωμα)
ΦΑΝΗΣ Να τα μετρήσω εγώ;
ΠΕΤΡΟΣ Χα! Εσύ; Εσύ στο σχολείο με το ζόρι μπορείς και μετράς μέχρι το εκατό.
ΦΑΝΗΣ Γιατί, πιστεύεις ότι θα είναι πάνω από εκατό! Λοιπόν, ένα... δύο... ενενήντα δύο ευρώ! Είμαστε... (μετρά τα παιδιά) δέκα με τον Ζόραν. Θα πάρουμε... θα πάρουμε από... θα...
ΠΕΤΡΟΣ Άστο καλύτερα σε μένα. (Σκέφτεται) Το ΄χω! Από 9 ευρώ ο καθένας!
ΦΑΝΗΣ Μόνο;
ΠΕΤΡΟΣ Μόνο.

ΔΩΡΑ Εσύ Ζόλαν τι θα αγολάσεις με αυτά τα λεφτά.
ΖΟΡΑΝ Ένα ποδήλατο στον αδερφό μου!
ΒΑΣΙΛΗΣ Στον αδερφό σου;
ΖΟΡΑΝ Ναι στον αδερφό μου. Είναι άρρωστος στο νοσοκομείο. Όμως θα κάνει εγχείρηση, θα γίνει καλά και θα επιστρέψει πάλι στο σπίτι. Έτσι είπε ο μπαμπάς... Πέρυσι τα είπαμε μαζί τα κάλαντα. Μαζέψαμε πολλά χρήματα... (Παίρνει μια βαθιά ανάσα.) Θα γίνει καλά. Το είπε και η μαμά.

(Τα παιδιά κοιτάχτηκαν στα μάτια)
ΑΓΓΕΛΟΣ Με τόσα λεφτά δεν παίρνεις ποδήλατο. Παίρνεις;
ΠΕΤΡΟΣ Και βέβαια παίρνει ξαδερφούλη γιατί θα του δώσεις εσύ τα δικά σου κι εγώ τα δικά μου κι ο Φάνης και τα άλλα παιδιά. Συμφωνείς Μαρίνα;
ΜΑΡΙΝΑ (Αγκαλιάζει τον Πέτρο) Γι αυτό σε αγαπάω τόσο πολύ ξαδερφούλη μου, γιατί όσο σκληρός και να δείχνεις κατά βάθος έχεις μια πολλή ευαίσθητη καρδιά.
ΑΓΓΕΛΟΣ Μα...
ΠΕΤΡΟΣ Τέλος, συμφωνήσαμε.
ΑΓΓΕΛΟΣ Εγώ...                                                                     
ΠΕΤΡΟΣ Εσύ τσιμουδιά.
ΑΓΓΕΛΟΣ Εγώ θέλω...
ΠΕΤΡΟΣ Είπα τσιμουδιά.
ΑΓΓΕΛΟΣ Εγώ θέλω να διαλέξω το χρώμα.
ΠΕΤΡΟΣ Α! Αυτό ήθελες να πεις! (Γελάνε όλοι) Εντάξει. Και τι χρώμα διαλέγεις;
ΑΓΓΕΛΟΣ Κόκκινο. Ένα κόκκινο ποδήλατο για τον αδερφό τού Ζόραν και... και... μια μεγάλη μαύρη σοκολάτα για μένα!




                                                          ΤΕΛΟΣ

Σχολικά θεατρικά ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

                                                 ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

  Πρόκειται για τον μύθο για το θρυλικό γεφύρι της Άρτας που τη μέρα το χτίζανε και το βράδυ γκρεμίζονταν μέχρι που…

Παίζουν: ΑΦΗΓΗΤΗΣ, ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΠΟΥΛΑΚΙ, ΜΑΘΗΤΑΔΕΣ (χωρίς αυτοί με περιορισμό αριθμού)
Σκηνικά: Το γεφύρι
Κοστούμια - υλικά: χάρτινα φτερά (πουλί), ρούχα λερωμένα οικοδομής, λευκά μαντήλια για το κεφάλι, μυστρί, σκεπάρνι, κουβά, σχοινί, μεγάλες ορθογώνιες πέτρες (χάρτινες)
Μουσική επένδυση: δραματική μουσική, ήχος σφυριών, τιτίβισμα πουλιού, ήχος νερού που κυλά
Θεατρική διασκευή: Λεωνίδας Κωστής (εκπ/κός) 


       (Οι εργάτες δουλεύουν ενώ ο πρωτομάστορας επιβλέπει, σιωπηλός και προβληματισμένος)
ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιρολογιούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες.
                                                                 
ΜΑΘΗΤΑΔΕΣ: Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.

      (Μπαίνει στη σκηνή το πουλάκι. Όλοι ξαφνιάζονται. Σταματούν και το κοιτάζουν)
ΠΟΥΛΑΚΙ: Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.
     (Ο Πρωτομάστορας χαμηλώνει προβληματισμένος το κεφάλι. Μια κοιτάζει το πουλί μια το γεφύρι. Τέλος στενοχωρημένος απευθύνεται στο πουλί.)
ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ: Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.

      (Το πουλί αποχωρεί από τη σκηνή. Οι εργάτες συνεχίζουν τη δουλειά. Ακούγεται η φωνή του πουλιού.)
ΠΟΥΛΙ: Κυρά. Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.

     (Εμφανίζεται χαρούμενη η Γυναίκα του πρωτομάστορα. Τους χαιρετά από μακριά.)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα… τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργομισμένος;
ΜΑΘΗΤΑΔΕΣ: Το δαχτυλίδι του 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;
    (Πλησιάζει τον άντρα της)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πα σ' το φέρω,
εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω.
    (Την δένουν με το σχοινί για να την κατεβάσουν στα θεμέλια. Σκύβει και παραμένει σκυμμένη στα γόνατα μέχρι το τέλος ενώ οι εργάτες μαζεύονται γύρω της και την καλύπτουν με το σώμα τους να μην φαίνεται. Κοιτούν όλοι σκυμμένοι.)                                       
 ΓΥΝΑΙΚΑ: (ακούγεται η φωνή της) Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα τι όλον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν βρήκα.
    (Ο Πρωτομάστορας σηκώνει ψηλά την πέτρα και τη βάζει πρώτος εκεί που υποτίθεται ότι κατέβηκε η γυναίκα, ενώ οι εργάτες με το μυστρί κάνουν ότι ρίχνουν τη λάσπη.)
ΓΥΝΑΙΚΑ: (Κλαίγοντας.) Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πιο στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι...
                                                                (Θυμώνει κι αρχίζει τις κατάρες)
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.                                                                 
ΜΑΘΗΤΑΔΕΣ: Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
που 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει.
ΓΥΝΑΙΚΑ: (Ήρεμη.) Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
γιατί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.



                                                              ΤΕΛΟΣ